aaa
Δασκαλακης
  Πανος
   2001
μια βόλτα
στο Μποχώρι...
 
           * * *
 
 

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ
    ΕΥΗΝΟΧΩΡΙ
                 *
                *

    * * * * * * * *
 
 
    ******
ΕΥΗΝΟΧΩΡΙ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
   2015
 
  
 
  
 


 
 
 
 

           * * * *
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ
     Blogs
 
 
 
 
 
 
 
 
 
   "ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ"
 
 
 
 
 
ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΑ
       BLOGS
 
 
EnglishFrenchGermanSpainItalianDutchRussianPortugueseJapaneseKoreanArabicChinese Simplified
...και πίσω απ' τις Βαράσοβες και πίσω απ' τους Ζυγούς
           τα μάτια μου τετράψηλες κορφές τα μαγνητίζουν
                 και πέρα απ' τα βαλτόνερα που με λαγοκοιμίζουν
                      τι πολιτείες , τι θάλασσες , που δεν τις βάζει ο νους...
                                                                             Κωστής Παλαμάς 
 
                    
 

Ξεκινήσαμε ένα αφιέρωμα σε γεγονότα που έγραψαν ιστορία και που είναι
σχετικώς άγνωστα στον περισσότερο κόσμο.
Με αφορμή το "Σαν Σήμερα" που ενημερώνουμε καθημερινώς , το αφιέρωμα θα έχει
σχέση με γεγονότα ημερολογιακής επικαιρότητας του παρελθόντος που πέρασαν
χωρίς να τα γνωρίζουμε...
 
 
 ΤΡΙΤΗ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Ο Ελληνοβουλγαρικός Πόλεμος του 1925

Προκλήθηκε με αφορμή ένα μικρό συνοριακό επεισόδιο. Είχε διάρκεια μιας εβδομάδας και μικρές απώλειες (50 άνδρες).

Οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, οι οποίες μετά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο γνώρισαν ελάχιστα διαλείμματα βελτίωσης, είχαν ενταθεί λόγω της δράσης των κομιτατζήδων σε ελληνικά εδάφη, με την ενθάρρυνση της βουλγαρικής κυβέρνησης και απώτερο σκοπό την αυτονόμηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Στις 18 Οκτωβρίου 1925 ένας έλληνας στρατιώτης που υπηρετούσε σε συνοριακό φυλάκιο στη θέση Δεμίρ Καπού, κοντά στο Μπέλες, κυνηγώντας τον σκύλο του πέρασε τη συνοριακή γραμμή και σκοτώθηκε από τα πυρά ενός βούλγαρου σκοπού. Στη συνέχεια, από την ανταλλαγή πυρών μεταξύ των ανδρών των δύο φυλακίων, έχασαν τη ζωή τους δύο έλληνες στρατιώτες και ο λοχαγός - διοικητής τους.

Μέσα στο ασταθές πολιτικό κλίμα της εποχής, ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος διέταξε την εισβολή ελληνικών δυνάμεων στη Βουλγαρία, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις ελλήνων και ξένων διπλωματών. Ο δικτάτορας πίστεψε ότι το συνοριακό επεισόδιο αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου εισβολής. Έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού να εισβάλει στο βουλγαρικό έδαφος και να καταλάβει το Πετρίτσι, κέντρο δράσεως των κομιτατζήδων. Όντως, οι Ελληνικές δυνάμεις εισέβαλαν και έκαψαν μερικά βουλγαρικά χωριά. Παράλληλα, επιδόθηκε στη βουλγαρική κυβέρνηση ελληνική διαμαρτυρία με την απαίτηση: α) να ζητήσει η Βουλγαρία από την Ελλάδα συγγνώμη, β) να τιμωρηθούν οι ένοχοι, γ) να καταβληθεί στην Ελλάδα αποζημίωση 2 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων.

Η Βουλγαρία, από την πλευρά της, προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, τον ΟΗΕ της εποχής, και κατάφερε ώστε το Συμβούλιο να ζητήσει άμεση διακοπή των εχθροπραξιών και την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τα βουλγαρικά εδάφη.

Ενόψει ενός γενικευμένου πολέμου, το Γενικό Επιτελείο συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχαν πυρομαχικά και εξοπλισμός, καθώς σχεδόν το σύνολο του βαρέως εξοπλισμού και των πυρομαχικών του ελληνικού Στρατού είχε εγκαταλειφθεί στη Μικρά Ασία. Ζητήθηκε εσπευσμένα η βοήθεια της Σερβίας, η οποία σε αντάλλαγμα πήρε την Ελεύθερη Ζώνη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κι ένα «διάδρομο» με τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Γευγελής. Λίγο αργότερα, ο Πάγκαλος ανετράπη και η νέα κυβέρνηση επαναδιαπραγματεύθηκε τη συμφωνία, με αποτέλεσμα οι Σέρβοι να πάρουν τελικά μόνο την Ελεύθερη Ζώνη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Η Κοινωνία των Εθνών συγκρότησε διεθνή ανακριτική επιτροπή υπό τον άγγλο διπλωμάτη σερ Χόρας Ράμπολντ για να εξετάσει τις ευθύνες των δύο κρατών και να αποφασίσει σχετικά. Στις 28 Νοεμβρίου η επιτροπή Ράμπολντ υπέβαλε το πόρισμά της, το οποίο υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο. Σύμφωνα με αυτό, η ευθύνη βάρυνε τελικά την Ελλάδα, η οποία όφειλε να καταβάλει στη Βουλγαρία αποζημίωση 45.000 αγγλικών λιρών, ενώ η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να αποζημιώσει την οικογένεια του έλληνα λοχαγού Χαράλαμπου Βασιλειάδη, που σκοτώθηκε από τα πυρά των βούλγαρων συνοριακών φρουρών. Μάλιστα, η Αγγλία απείλησε ότι εάν η Ελλάδα δεν αποδεχόταν την απόφαση δεν θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει το στόλο εναντίον της.

Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε για την ανισότητα της μεταχείρισης, σε σχέση με εκείνη της Ιταλίας, όταν δυνάμεις της κατέλαβαν για λίγο την Κέρκυρα, το 1923, ως αντίποινα για το φόνο του ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι, ο οποίος επιθεωρούσε τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όμως, μεγάλη ήταν η ευθύνη του δικτάτορα Πάγκαλου, ο οποίος δεν κατανόησε τις διεθνείς εξελίξεις και τις μεθόδους της διπλωματίας.
 
 
 
 
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου

Από τις μεγαλύτερες ναυμαχίες όλων εποχών, τόσο για τον
αριθμό των σκαφών που ενεπλάκησαν, όσο και για την
τακτική που εφαρμόστηκε. Έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1571 στην ευρύτερη περιοχή της Ναυπάκτου (τότε Λέπαντο),
με αντιπάλους τα χριστιανικά κράτη της Δύσης και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έληξε την ίδια μέρα, με θριαμβευτική επικράτηση των Δυτικών.
Η κυριαρχία των Οθωμανών στη Μεσόγειο μετά και την κατάκτηση της Κύπρου (1571) τροφοδότησε τις επεκτατικές τους διαθέσεις προς δυσμάς.
Τα χριστιανικά κράτη αφυπνίστηκαν, παραμέρισαν για λίγο τις διαφορές τους και με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου Ε' συγκρότησαν στις 25 Μαΐου 1571
τον «Ιερό Αντιτουρκικό Συνασπισμό (Sacra Liga Antiturca).
Τον αποτελούσαν η Ισπανία, η Βενετία, η Γένουα, το Παπικό Κράτος, η Σαβοΐα,
η Μάλτα και άλλες μικρότερες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου.
Αποφασίστηκε η συγκρότηση στόλου και η αποστολή του στην ανατολική Μεσόγειο.
H ναυτική δύναμη, με επικεφαλής τον νεαρό ισπανό πρίγκηπα Δον Χουάν της Αυστρίας, συγκεντρώθηκε στη Μεσίνα της Σικελίας και με τις ευλογίες του Πάπα απέπλευσε στις
16 Σεπτεμβρίου 1571. Δέκα μέρες αργότερα, ο στόλος έφθασαν στην Κεφαλλονιά, όπου πραγματοποίησε τις τελευταίες του προετοιμασίες, ενόψει της αναμέτρησής του με τον Οθωμανικό, που ναυλοχούσε στη Ναύπακτο.

Ο συμμαχικός στόλος αριθμούσε 210 γαλέρες, 30 φρεγάτες, 24 μεταφορικά πλοία και άλλα μικρότερα πλοία συνοδείας. Τα πληρώματα των πλοίων έφθαναν τους 38.000 άνδρες, από τους οποίους οι 15.000 ήταν Έλληνες από τα νησιά του Ιονίου και την Κρήτη. Πλούσιοι Έλληνες είχαν εξοπλίσει πλοία και βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της επιχείρησης, όπως ο κερκυραίος Στυλιανός Χαλικιόπουλος, ο ζακυνθινός Μαρίνος Σιγούρος και ο κρητικός Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός του ζωγράφου Δομίνικου Θεοτοκόπουλου).

Ο Οθωμανικός στόλος με επικεφαλής τον Μουεζίν Ζαντέ Αλή Πασά είχε 210 γαλέρες
και 50 άλλα πλοία συνοδείας. Τα πληρώματα έφθαναν τους 47.000 άνδρες, από τους
οποίους 15.000 ήταν Έλληνες βίαια στρατολογημένοι. Υπολειπόταν σε δύναμη πυρός και ηθικό, καθώς τα πληρώματα μάχονταν για πολύ καιρό και ήταν εξουθενωμένα.
Η τουρκική αρμάδα ήταν αποκλειστικά κωπήλατη, ενώ ο συμμαχικός στόλος διέθετε
και ιστιοφόρα πλοία, που ήταν το νέο στοιχείο της ναυτικής μάχης.
Η αποφασιστική αναμέτρηση δόθηκε στις εκβολές του Αχελώου ποταμού, κοντά
στα νησάκια Εχινάδες, στις 7 Οκτωβρίου 1571, αλλά έμεινε στην ιστορία
ως Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Από το πρωί έως αργά το απόγευμα η σύγκρουση διεξαγόταν με τρομερή ένταση. Ο αγώνας σε ορισμένες φάσεις μεταφέρθηκε από κατάστρωμα σε κατάστρωμα και γινόταν σώμα με σώμα.
Ο χριστιανικός στόλος με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος
τον αντίπαλό του, που ήταν σχεδόν αήττητος μέχρι τότε. Με τα λόγια του συγγραφέα του «Δον Κιχώτη» Μιγκέλ ντε Θερβάντες, που πήρε μέρος στη ναυμαχία κι έχασε το αριστερό του χέρι: «Ήταν η πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι».

Η Οθωμανική πλευρά κατόρθωσε να διασώσει μόλις 50 πλοία,
ενώ οι απώλειες σε έμψυχο δυναμικό ανήλθαν σε 20.000 νεκρούς, ανάμεσά τους ο Μουεζίν Ζαντέ Αλή Πασάς, ο αιγύπτιος αρχηγός Μεχμέτ Σιρόκο και 160 μπέηδες. Οι σύμμαχοι έχασαν 8.000
άνδρες, μεταξύ αυτών και ο βενετός ναύαρχος Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, και μόλις 20 γαλέρες.
Βαρύς ήταν και ο φόρος που πλήρωσε το ελληνικό στοιχείο.
Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι το 30-40% των νεκρών πρέπει να ήταν Έλληνες, αν υπολογίσουμε τη σύνθεση των πληρωμάτων και των δύο πλευρών. Πάντως, αρκετοί Έλληνες που είχαν στρατολογηθεί δια της βίας από τους Οθωμανούς, απέκτησαν την ελευθερία τους.
Η νίκη των συμμάχων χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό στη Δύση.
Μεγάλοι ζωγράφοι της εποχής, όπως ο Τιντορέτο, ο Τιτσιάνο και ο Βερονέζε,
απαθανάτισαν με έργα τους σκηνές της ναυμαχίας, ενώ ο Ελ Γκρέκο φιλοτέχνησε το πορτρέτο του μεγάλου νικητή, Δον Χουάν της Αυστρίας.
Η συντριβή των Οθωμανών μπορεί να ανέκοψε την επεκτατική πολιτική της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Ευρώπη, δεν έφερε όμως τα επιθυμητά
αποτελέσματα για τα χριστιανικά κράτη της Δύσης. Ο διακαής τους πόθος για την
κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας των μεταξύ τους ανταγωνισμών, που επέτρεψε στον σουλτάνο να διατηρήσει την κυριαρχία του στη
Μεσόγειο για πολύ καιρό ακόμη.
Για τους υπόδουλους Έλληνες η νίκη των συμμάχων ήταν μια χαραμάδα ελπίδας
για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Επαναστάτησαν πολλές περιοχές
(Μάνη, Πάτρα, Αίγιο, Γαλαξίδι, Πάργα, Ηγουμενίτσα, Βόνιτσα, Άνδρος, Πάρος, Νάξος),
αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
 
 
 * * * * * * * * * * *  * * * * ***
 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2011
Η Δίκη των «6»

Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η δίκη των πρωταίτιων της Μικρασιατικής Καταστροφής από έκτακτο στρατοδικείο, που συγκρότησαν οι βενιζελικοί αξιωματικοί της Επανάστασης του 1922. Στο εδώλιο κάθισαν επτά πολιτικοί και ένας στρατιωτικός, από τους οποίους οι έξι καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν. Η δίκη διεξήχθη από τις 31 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου 1922 στην ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή). Ήταν ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια του Εθνικού Διχασμού.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή κι ενώ η Ελλάδα παρουσίαζε εικόνα διάλυσης, εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τους συνταγματάρχες Πλαστήρα και Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά, που προκάλεσε την παραίτηση της κυβέρνησης Τριανταφυλλάκου και του βασιλιά Κωνσταντίνου (14 Σεπτεμβρίου 1922) υπέρ του υιού του Γεωργίου Β'. Ο χαρακτήρας του βασιζόταν στην ανάγκη της πίστης ότι «ο ελληνικός στρατός δεν νικήθηκε, αλλά προδόθηκε».

Στην Αθήνα συγκροτήθηκε Επαναστατική Επιτροπή, η οποία ανέλαβε άμεση δράση, διατάσσοντας εκτεταμένες συλλήψεις αντιβενιζελικών πολιτικών, υπό την πίεση της κοινής γνώμης. Μία ογκώδης διαδήλωση 100.000 ανθρώπων στην Πλατεία Συντάγματος στις 9 Οκτωβρίου ζητά την εκτέλεση υπευθύνων της τραγωδίας. Ο Πλαστήρας, που είναι ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός του κινήματος, βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

Οι αδιάλλακτοι στον στρατό (Πάγκαλος, Οθωναίος, Χατζηκυριάκος), αλλά και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου απαιτούν εκτελέσεις. Οι μετριοπαθείς (Πλαστήρας, Δαγκλής, Γονατάς), θέλουν κανονική δίκη, όπως και οι μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, που ζητούν από τον Πλαστήρα να αποφύγει τις βεβιασμένες ενέργειες και τις συνοπτικές διαδικασίες. Τελικά, οι δύο πλευρές συμβιβάστηκαν και αποφασίστηκε η ίδρυση εκτάκτου στρατοδικείου, που από τη φύση του δεν παρέχει τα εχέγγυα για μια δίκαιη δίκη.

Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής ανέλαβε ο σκληροπυρηνικός υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, με βοηθούς τους συνταγματάρχες Ιωάννη Καλογερά και Χαράλαμπο Λούφα. Στο πόρισμα της Επιτροπής, που εκδόθηκε στις 24 Οκτωβρίου, παραπέμφθηκαν να δικασθούν στο έκτακτο στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας οκτώ πρόσωπα, που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο την περίοδο 1920 - 1922:

  • Δημήτριος Γούναρης (59 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)
  • Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (68 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)
  • Νικόλαος Στράτος (50 ετών, πρώην Πρωθυπουργός )
  • Νικόλαος Θεοτόκης (44 ετών, Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη)
  • Γεώργιος Μπαλτατζής (56 ετών, Υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη)
  • Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α. (53 ετών, Υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη)
  • Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε.α. (54 ετών, Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη)
  • Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος (59 ετών, Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης)

Το δίκαιο αίτημα των κατηγορουμένων να δικασθούν από το Ειδικό Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών απορρίφθηκε από τον Πάγκαλο με εξωνομική αιτιολόγηση. Τρεις μέρες νωρίτερα (21 Οκτωβρίου) είχε συγκροτηθεί το έκτακτο στρατοδικείο με πρόεδρο τον υποστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο.

Στις 9 το πρωί της 31ης Οκτωβρίου 1922 άρχισε η ακροαματική διαδικασία στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή). Τον πρόεδρο του Αλέξανδρου Οθωναίο πλαισίωναν ως στρατοδίκες τρεις συνταγματάρχες, ένας πλοίαρχος, ένας αντισυνταγματάρχης, δύο αντιπλοίαρχοι, τρεις ταγματάρχες, ένας λοχαγός και ένας στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος. Επαναστατικοί επίτροποι ήταν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Γεωργιάδης και οι συνταγματάρχες Ιωάννης Ζουρίδης και Νεόκοσμος Γρηγοριάδης. Γραμματέας του δικαστηρίου ήταν ο Ιωάννης Πεπονής. Συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων ανέλαβαν διαπρεπείς δικηγόροι ( Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Αναστάσιος Παπαληγούρας, Οικονομίδης, Δουκάκης, Νοταράς, Ρωμανός και Σωτηριάδης).

Η δίκη διεξήχθη σε 14 συνεδριάσεις. Μετά την απόρριψη των ενστάσεων των κατηγορουμένων εξετάστηκαν 12 μάρτυρες κατηγορίας και 12 υπεράσπισης. Επιτυχία της κατηγορούσας αρχής υπήρξε ότι οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας προήρχοντο από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, όπως και οι κατηγορούμενοι. Στις 6 Νοεμβρίου ο κατηγορούμενος Δημήτριος Γούναρης ασθένησε σοβαρά από τύφο και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική. Υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, το οποίο απορρίφθηκε και έτσι δικαζόταν ωσεί παρών.

Κοινή ήταν η πεποίθηση σε Ελλάδα και εξωτερικό ότι το δικαστήριο θα επιβάλει θανατικές ποινές. Οι διεθνείς πιέσεις υπέρ των κατηγορουμένων εντείνονται. Υπό το βάρος τους, η κυβέρνηση του μετριοπαθή Σωτηρίου Κροκιδά παραιτείται στις 10 Νοεμβρίου και την πρωθυπουργία αναλαμβάνει στις 14 Νοεμβρίου ο συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, ηγετικό στέλεχος του στρατιωτικού κινήματος.

Την ίδια μέρα ολοκληρώθηκαν οι απολογίες των κατηγορουμένων και οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης. Ένα τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης Νοεμβρίου, το δικαστήριο αποσύρεται σε διάσκεψη για να εκδώσει την απόφασή του. Στις 6:40 π.μ. οι στρατοδίκες επανέρχονται στην έδρα και ο Πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αλέξανδρος Οθωναίος διαβάζει την ετυμηγορία του δικαστηρίου:
«Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β' το Έκτακτον Στρατοδικείον συσκεφθέν κατά νόμον, κηρύσσει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών.
Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού υποστρατήγου και Μιχαήλ Γούδα υποναυάρχου και επιβάλλει αυτούς τα έξοδα και τέλη.
Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου κατά του Δημητρίου Γούναρη δραχμών 200 χιλιάδων, Νικολάου Στράτου δραχμών 335 χιλιάδων, Γεωργίου Μπαλτατζή και Νικολάου Θεοτόκη δραχμών 1 εκατομμυρίου και Μιχαήλ Γούδα δραχμών 200 χιλιάδων».

Αμέσως μετά, ο επαναστατικός επίτροπος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης μεταβαίνει στις φυλακές Αβέρωφ, όπου εκρατούντο οι κατηγορούμενοι και τους ανακοινώνει την καταδικαστική απόφαση. Είναι 9 το πρωί. Στους έξι θανατοποινίτες ανακοινώνει ότι η εκτέλεση θα γίνει σε δύο ώρες. Υποβολή ενδίκων μέσων δεν προβλεπόταν για τους καταδικασθέντες. Στις 10:30 δύο φορτηγά τους παραλαμβάνουν και τους μεταφέρουν στον χώρο εκτελέσεων στου Γουδή, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία». Μία ώρα αργότερα, 36 πυροβολισμοί αντηχούν από τους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος και οι 6 πέφτουν νεκροί. Στις 2:30 μ.μ. κηδεύονται στο Α' Νεκροταφείο, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Η επίσπευση της εκτέλεσης των 6 έγινε με προτροπή του Πάγκαλου. Ο στρατηγός ήθελε να μην τους προλάβει ζωντανούς ο πλοίαρχος Τάλμποτ, που έφθασε λίγο αργότερα στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Αγγλικής Κυβέρνησης για να πιέσει την κυβέρνηση να αναβάλει την εκτέλεση των θανατικών ποινών. Ο ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένος. Ο ίδιος είχε αποσυρθεί της πολιτικής και ευρίσκετο στο εξωτερικό μη αναμιγνυόμενος, όπως έλεγε, στις κυβερνητικές υποθέσεις. Ένα τηλεγράφημά του προς την κυβέρνηση για τις δυσμενείς επιπτώσεις της εκτέλεσης έφθασε την επομένη (16 Νοεμβρίου).

Η εκτέλεση των 6 έγινε, κυρίως, για να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία σε βάρος της Ελλάδας. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Θεόδωρου Πάγκαλου, χρόνια αργότερα: «Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος».

 
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * 
ΤΡΙΤΗ 6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2011
Τα «Σεπτεμβριανά»

Με τον όρο «Σεπτεμβριανά» εννοούμε το πογκρόμ που εξαπέλυσε ο τουρκικός όχλος, υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, εναντίον της πολυπληθούς και ευημερούσας ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου 1955. Αποτέλεσμα, οι 100.000 Έλληνες που ζούσαν εκείνη την περίοδο στην Πόλη να συρρικνωθούν σταδιακά και σήμερα μόλις και μετά βίας να ξεπερνούν τις 2.000.

Το 1955 τη γειτονική μας χώρα κυβερνούσε ο Αντνάν Μεντερές -ένας «πρώιμος Ερντογάν»- και το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Μεντερές έπαιζε αρκετά το μουσουλμανικό χαρτί, προκαλώντας εκνευρισμό στο κεμαλικό κατεστημένο της χώρας. Το αποδεικνύουν και τα χιλιάδες τζαμιά που κτίστηκαν επί πρωθυπουργίας του.

Η οικονομική κατάσταση στην Τουρκία δεν ήταν ανθηρή, ενώ ο εθνικιστικός πυρετός ανέβαινε, καθώς οι Ελληνοκύπριοι διεκδικούσαν την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ήταν μια καλή αφορμή για τους τούρκους ηγέτες να αποσπάσουν την κοινή γνώμη από τα προβλήματά της, στρέφοντάς την κατά της ελληνικής μειονότητας που ευημερούσε. Στις 28 Αυγούστου 1955 ο Μεντερές ισχυρίστηκε δημόσια ότι οι Ελληνοκύπριοι σχεδίαζαν σφαγές κατά των Τουρκοκυπρίων.

Η αφορμή για το Πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Πόλης δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου, με την έκρηξη ενός αυτοσχέδιου μηχανισμού στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, που στεγαζόταν και στεγάζεται και σήμερα στο σπίτι, όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Ως δράστης συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές ο Οκτάι Εγκίν, ένας μουσουλμάνος σπουδαστής από την Κομοτηνή, που αργότερα περιεβλήθη το φωτοστέφανο του ήρωα. Τιμήθηκε στην Τουρκία και διορίστηκε κυβερνήτης σε επαρχία. Χρόνια αργότερα σε μία συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με το συμβάν και θεώρησε τον εαυτό του θύμα των ελληνικών αρχών.

Από την έκρηξη στο σπίτι του Ατατούρκ προκλήθηκαν μόνο μικρές υλικές ζημίες στις τζαμαρίες του κτιρίου, αλλά οι τουρκικές εφημερίδες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, μεγαλοποιώντας και διαστρεβλώνοντάς το, κατόπιν κυβερνητικών οδηγιών. Πρωτοσέλιδοι τίτλοι, όπως «Έλληνες τρομοκράτες κατέστρεψαν το πατρικό σπίτι του Ατατούρκ» της «Ισταμπούλ Εξπρές» και δημοσίευση μιας σειράς από παραποιημένες φωτογραφίες του συμβάντος, προκάλεσαν «αυθόρμητες» διαδηλώσεις στην Πλατεία Ταξίμ το απόγευμα της ίδιας μέρας.

Στις 5 το απόγευμα, το μαινόμενο πλήθος των 50.000 ατόμων στράφηκε κατά των ελληνικών περιουσιών στη συνοικία Πέραν. Οι λεηλασίες κράτησαν μέχρι τις πρωινές ώρες της 7ης Σεπτεμβρίου, όταν επενέβη ο Στρατός, καθώς η κατάσταση κινδύνευε να τεθεί εκτός ελέγχου. Μέχρι τότε, οι αρχές παρέμειναν απαθείς, όταν δεν διευκόλυναν τους πλιατσικολόγους στο έργο. Ο μηχανισμός του Δημοκρατικού Κόμματος, που ήλεγχε τα συνδικάτα, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στα έκτροπα.

Μεγάλος αριθμός διαδηλωτών μεταφέρθηκε από τη Δυτική Μικρά Ασία δωρεάν, αντί αμοιβής 6 δολαρίων, που ουδέποτε τους δόθηκε. 4.000 ταξί τους μετέφεραν στον χώρο των ταραχών, ενώ φορτηγά του Δήμου της Κωνσταντινούπολης είχαν αναπτυχθεί σε επίκαιρα σημεία της Πόλης, φορτωμένα με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, αξίνες, σφυριά, σιδερένιους λοστούς και μπιτόνια βενζίνης, απαραίτητα σύνεργα για τον όχλο των επιδρομέων, που επέπεσε επί των ελληνικών καταστημάτων με τα συνθήματα «Θάνατος στους γκιαούρηδες», «Σπάστε, γκρεμίστε, είναι γκιαούρης», «Σφάξτε του έλληνες προδότες», «Κάτω η Ευρώπη» και «Εμπρός να βαδίσουμε κατά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης». Την οργή του όχλου δεν γλύτωσαν και κάποια καταστήματα αρμενικής και εβραϊκής ιδιοκτησίας.

Άνδρες και γυναίκες βιάστηκαν και σύμφωνα με τη μαρτυρία του γνωστού τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν, πολλοί ιερείς εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή, με θύμα ένα αρμένιο παπά. 16 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και 32 τραυματίστηκαν.

Έκτροπα κατά των Ελλήνων δεν έγιναν μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στη Σμύρνη. Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου τούρκοι εθνικιστές έκαψαν το ελληνικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση της Σμύρνης. Στη συνέχεια, κατέστρεψαν το νεόκτιστο εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, ενώ λεηλάτησαν σπίτια ελλήνων στρατιωτικών, που υπηρετούσαν στο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ.

Ο πρωθυπουργός Μεντερές σε δηλώσεις του ισχυρίστηκε ότι το πογκρόμ κατά των Ελλήνων ήταν έργο των κομμουνιστών. Ένας ισχυρισμός που κατέπεσε αυτοστιγμεί και από τις αναφορές των ξένων πρεσβειών στην Άγκυρα προς τις κυβερνήσεις τους, που επισήμαιναν τις μεγάλες ευθύνες των τουρκικών αρχών.

Η κυβέρνηση Παπάγου προσπάθησε να διεθνοποιήσει το θέμα, αλλά χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Αμερικανοί και Βρετανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να ασκήσουν πιέσεις στην Τουρκία, πολύτιμο σύμμαχό τους κατά τη διάρκεια του «Ψυχρού Πολέμου». Οι νατοϊκοί σύμμαχοί μας είπαν ξεκάθαρα να ξεχάσουμε το συμβάν. Μόνο το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών από τους διεθνείς οργανισμούς απαίτησε από την Τουρκία εξηγήσεις για την καταστροφή του 90% των ορθόδοξων ναών στην Κωνσταντινούπολη. Πάντως, τον Αύγουστο του 1995 η αμερικανική Γερουσία με απόφασή της κάλεσε τον Πρόεδρο Κλίντον να ανακηρύξει την 6η Σεπτεμβρίου Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Πογκρόμ.

Το Πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Πόλης προκάλεσε:

  • τον θάνατο 16 Ελλήνων και τον τραυματισμό 32
  • τον θάνατο ενός Αρμένιου
  • τον βιασμό 12 Ελληνίδων
  • τον βιασμό αδιευκρίνιστου αριθμού ανδρών (εξαναγκάστηκαν να υποστούν περιτομή)
  • Την καταστροφή:
    – 4.348 εμπορικών καταστημάτων
    – 110 ξενοδοχείων
    – 27 φαρμακείων
    – 23 σχολείων
    – 21 εργοστασίων
    – 73 εκκλησιών
    – περίπου 1000 κατοικιών, όλα ελληνικής ιδιοκτησίας.

Το οικονομικό κόστος των ζημιών ανήλθε σε 150 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, ενώ η ελληνική κυβέρνηση τις υπολόγισε σε 500.000.000 δολάρια. Η οικονομική αιμορραγία και ο φόβος ανάγκασαν χιλιάδες έλληνες ομογενείς να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα.

Αργότερα, το τουρκικό κράτος διά του προέδρου Τζελάλ Μπαγιάρ υποσχέθηκε αποζημίωση για την καταστροφή των ελληνικών περιουσιών. Στην καλύτερη των περιπτώσεων δεν ξεπέρασε το 20% των απαιτήσεών τους, με δεδομένο ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία είχαν υποτιμηθεί δραματικά.

Πολλές λεπτομέρειες για τα Σεπτεμβριανά ήλθαν στο φως το 1961, κατά τη διάρκεια της δίκης για εσχάτη προδοσία του ανατραπέντος από τους στρατιωτικούς πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, ο οποίος τελικά δεν γλύτωσε από την αγχόνη. Πολύτιμα στοιχεία προσκομίζει και το βιβλίο του διαπρεπούς ελληνοαμερικανού βυζαντινολόγου Σπύρου Βρυώνη «The Mechanism of catastrophe: The Turkish Pogrom οf September 6-7, 1955 and the destruction of Greek Community of Istambul (Greekworks.com, New York, 2005).

 
 
* * * * * * * * * * * *
 
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ

Ο Τέλλος Άγρας γεννήθηκε στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας το 1880. Με το βαθμό του υπολοχαγού μπήκε ως αντάρτης στο Βάλτο των Γιαννιτσών και πρωτοστάτησε στις συμπλοκές με τους κομιτατζήδες στο στρατηγικό αυτό σημείο, χωρίς να τον λυγίζουν οι τραυματισμοί και οι αρρώστειες του βάλτου. Στις 5 Ιουνίου 1907 ο Βούλγαρος Βοεβόδας Ζλάταν εκμεταλλεύτηκε το ήθος και την τιμιότητα του Άγρα και, αφού τον κάλεσε άοπλο να συμφιλιωθούνε, τον αιχμαλώτισε και τον κρέμασε κοντά στην Έδεσσα.

Πραγματικό του όνομα Σαραντέλος ή Σαράντος Αγαπηνός. Η καταγωγή του ήταν από τους Γαργαλιάνους, όμως, γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως Εφέτης. Κατάγεται από πατέρα και μητέρα που οι ρίζες της γενιάς τους χάνονται σε ένδοξες και αριστοκρατικές οικογένειες. Το 1901 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και τοποθετήθηκε στη φρουρά της Αθήνας. Η επιθυμία του να προσφέρει ουσιαστικότερες υπηρεσίες στην πατρίδα τον ώθησε μετά από λίγους μήνες στην εθελούσια κατάταξή του στα στρατιωτικά σώματα που αγωνίζονταν στη Μακεδονία εναντίον των βουλγάρων κομιτατζήδων. Σε πολύ νεαρή ηλικία κατόρθωσε να διοριστεί αρχηγός ενός ανταρτικού σώματος, το οποίο προετοίμαζε στο Βόλο ο καπετάν Ακρίτας (Κωνσταντίνος Μαζαράκης).

Τον Σεπτέμβριο του 1906, ύστερα από απόφαση του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, αποστέλλονται στη λίμνη των Γιαννιτσών τρία νεοσυγκροτηθέντα ελληνικά σώματα. Πρώτο εισήλθε στις αρχές του μήνα το σώμα του Ανθυπολοχαγού του Πεζικού Τέλλου Αγαπηνού με δύναμη είκοσι ανδρών, ενώ μετά από λίγες μέρες κατέφτασαν τα σώματα του Υπολοχαγού του Πεζικού Σάρρου Κωνσταντίνου (Κάλα) και Ανθυποπλοίαρχου Δεμέστιχα Ιωάννη (Νικηφόρου) με εικοσιπέντε άνδρες ο καθένας. Πρωταρχική αποστολή των σωμάτων ήταν η απομάκρυνση των βουλγαρικών συμμοριών από τη λίμνη, οι οποίες είχαν εγκατασταθεί με ισχυρές δυνάμεις στο νοτιοδυτικό τμήμα της, έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση εξόρμησης και κέντρο ανεφοδιασμού των ελληνικών σωμάτων για τις περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας.

Το Νοέμβριο επιχειρείται επίθεση από το σώμα του Αγαπηνού κατά των Βουλγάρων, με σκοπό να καταλάβει την καλύβα Κούγκα. Η επιχείρηση δεν ήταν επιτυχής. Ο ίδιος ο Αγαπηνός τραυματίζεται και μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, μετά από μια βδομάδα, ωστόσο, επανέρχεται. Στα τέλη Φεβρουαρίου αποχώρησε από τη λίμνη και εγκαταστάθηκε στη Νάουσα, αφενός για να αποθεραπευτεί από τα τραύματα και τους πυρετούς από τους οποίους έπασχε, αφετέρου για να διευθύνει τον αγώνα της περιοχής. Παρά τον κλονισμό της υγείας του και τα τραύματά του εξακολουθούσε να συμμετέχει ενεργά.

Εντούτοις, τον Απρίλιο του 1907, το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αρχηγούς και τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί και εξαντληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάμεσά τους και ο Άγρας. Ωστόσο, επανειλημμένα λάμβανε πληροφορίες για την πτώση του ηθικού των βουλγαρικών συμμοριών και τη διάθεση πολλών στελεχών των κομιτάτων να διακόψουν τους δεσμούς τους με αυτά και να προσχωρήσουν στον ελληνικό αγώνα. Τέτοια διάθεση εκδήλωσε ο βοεβόδας Ζλατάν, την οποία καλωσόρισε ο Άγρας. Ήθελε να επισφραγίσει την πολυσχιδή δράση του με τη θεαματική προσχώρηση στην ελληνική πλευρά μεγάλης ομάδας κομιτατζήδων.
 

Ακολούθησαν αρκετές συναντήσεις των δύο αρχηγών πριν την τελευταία συνάντηση της 3ης Ιουνίου. Εκείνη τη μέρα, οι βοεβόδες Κασάπτσε και Ζλατάν, παραβαίνοντας τις συμφωνίες, συνέλαβαν τον Άγρα και τον Αντώνη Μίγγα, ενώ οι υπόλοιποι από τη συνοδεία αφέθηκαν αργότερα ελεύθεροι. Τους διαπόμπευσαν ως δήθεν αιχμάλωτους, δεμένους και ξυπόλυτους, στα χωριά της περιοχής, με σκοπό να αναπτερώσουν το ηθικό των τρομοκρατημένων οπαδών των κομιτατζήδων.

Τη νύχτα της 7ης Ιουνίου, τους απαγχόνισαν μεταξύ των χωριών Τέχοβο (Καρυδιά) και Βλάδοβο (Άγρας). Το γεγονός τάραξε τους Έλληνες της περιοχής και η προδοσία των Βουλγάρων φανάτισε τους Έλληνες αντάρτες, με αποτέλεσμα ο ελληνικός αγώνας να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση και περισσότερες επιτυχίες.

Η λαϊκή παράδοση κατέγραψε το θάνατο του Τέλλου Άγρα, με πολλά τραγούδια. Χαρακτηριστικό είναι το μοιρολόι στο τοπικό ιδίωμα του χωριού.


Νέμας μάικα, ζλάτνο τσέτνο, ντα τα πλάκα; (Δεν έχεις μάνα, γλυκό παιδί, για να σε κλάψει;)
Νέμας σέστρα, ντα τα ζάλια; (Δεν έχεις αδερφή, να σε πενθήσει;)
Κάκβα ιζλαζάγια; (Πώς σε ξεγέλασαν;)
Κάκβα ντονισέα ντα βα ουμπέσατ να ουρέχουτ; (Πώς σ' έφεραν εδώ και σε κρέμασαν στην καρυδιά;)
Ντα βα ντόνσατ να τσούζντι μέστου, (Να σε φέρουν σε ξένη γη,)
τσούζντι μάικι ντα πλάκατ, (ξένες μάνες να σε κλάψουν,)
τσούιντι σέστρι ντα βα ρέντατ. (ξένες αδερφές να σε μοιρολογήσουν.)

Σε ανάμνηση του θανάτου των δύο αγωνιστών, το χωριό Τέχοβο μετονομάστηκε αργότερα Καρυδιά (το δέντρο απ' όπου απαγχονίστηκαν), ενώ το χωριό Βλάδοβο, όπου ενταφιάστηκαν έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, είναι ο σημερινός Άγρας. Η δράση και ο μαρτυρικός θάνατος του Καπετάν Άγρα ενέπνευσαν στην Πηνελόπη Δέλτα το γνωστό μυθιστόρημά της «Στα μυστικά του Βάλτου»
 
* * * * * * * * *


ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ
 
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης (2 Ιουλίου 1939 – 1 Μαΐου 1976)
υπήρξε πολιτικός και ποιητής. Δραστηριοποιήθηκε στον αγώνα κατά της
Δικτατορίας της Χούντας των Συνταγματαρχών (1967-1974). Παγκόσμια γνωστός,
ιδιαίτερα για την θαρραλέα του πράξη, την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα
Γ. Παπαδόπουλου στις 13 Αυγούστου 1968, αλλά και για την αντοχή του στα
βασανιστήρια που ακολούθησαν. Στην μεταπολίτευση εκλέχθηκε
βουλευτής με την Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.).
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στην Γλυφάδα. Δευτερότοκος γιος της
Κακαβούλη και του Βασιλείου Παναγούλη, αξιωματικού του στρατού ξηράς.
Αδερφός του Γεωργίου Παναγούλη, θύματος του καθεστώτος των Συνταγματαρχών.
Από την πλευρά του πατέρα του κατάγεται από την Δίβρη (Λάμπεια) Ηλείας και
από την πλευρά της μητέρας του από το Σύβρο Λευκάδας. Εξαιτίας της κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα, ο Α. Παναγούλης πέρασε μέρος της παιδικής του ηλικίας στη
Λευκάδα. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στην
Σχολή Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων.
Πνεύμα ελεύθερο και δημοκρατικό, ο Αλέξανδρος Παναγούλης εντάχθηκε από
νεαρή ηλικία στις κεντρώες πολιτικές δυνάμεις του τόπου: στην Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.)
του Γεωργίου Παπανδρέου. Συγκεκριμένα ο Α. Παναγούλης εντάχθηκε στην
οργάνωση της νεολαίας του κόμματος – Οργάνωση Νέων της Ένωσης Κέντρου
(Ο.Ν.Ε.Κ.) που μετονομάζεται στη συνέχεια σε Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία
(Ε.ΔΗ.Ν.) – για να αναλάβει μετά την μεταπολίτευση την
προεδρία της στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974.
 
Αντιδικτατορική δράση
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την
επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του
Γ. Παπαδόπουλου (1967-1974). Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε
την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει
σχέδιο δράσης. Εκεί έρχεται σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανέρχεται στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη
Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. Όπως σημειώνει η Οριάνα Φαλάτσι στην συνέντευξη της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωση του,
η πράξη του ήταν μια πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. Η Φαλάτσι αναφέρει
τον Α. Παναγούλη ως εξής: Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός
να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο.
Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και
κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968 και καταδικάζεται δις
εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις
πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης
από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου, όπου και του
επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος. Δραπετεύει από τις
Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.) όπου κρατείτο, στις 5 Ιουνίου 1969. Συλλαμβάνεται εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο του Γουδίου για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές του Μπογιατίου.
Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον
Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και
για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
Ο Α. Παναγούλης σύμφωνα με ορισμένους αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος
που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973]- μετά από τεσσεράμισι σχεδόν
χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το
καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν
αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την
αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.
 Μεταπολίτευση
Στην μεταπολίτευση ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκλέγεται βουλευτής της
Β΄ Αθηνών από την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (Ε.Κ.-Ν.Δ., σήμερα Ε.ΔΗ.Κ.),
καθώς αρνείται να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ και με τον Ανδρέα Παπανδρέου
τον οποίο παρομοίαζε με φασίστα και έλεγε πως ήταν ο Έλληνας Μουσολίνι, στις
εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974. Επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών. Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του
κόμματος του γιατί είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τη συνεργασία του Δημήτρη
Τσάτσου με το χουντικό καθεστώς, με συνέπεια να αρνηθεί να συνυπάρξει με τον
"προδότη" στο ίδιο κόμμα και παραιτείται. Παρέμεινε όμως στη Βουλή των
Ελλήνων ως ανεξάρτητος βουλευτής. Επιμένει στις καταγγελίες του και έρχεται
σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελο Αβέρωφ και
τον Δημήτρη Τσάτσο. Δέχθηκε πολιτικές πιέσεις αλλά και απειλές για τη ζωή του
για να αποσύρει τις καταγγελίες του, όπως διαρρήξεις στο πολιτικό του γραφείο,
μηνύματα που του άφηναν άγνωστοι κλπ.
Σκοτώνεται την πρωτομαγιά του 1976 σε ηλικία 38 ετών κατόπιν τροχαίου
ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης (το αυτοκίνητό του πήγε και έπεσε σε
υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου κάθετα στην πορεία), λίγες μέρες πριν την
αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (Φάκελος ΕΣΑ).
Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έλαβε χώρα ποτέ, λέγεται ότι περιείχε
αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με την χούντα. Κατά πολλούς, το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον
Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που
είχε υπό την κατοχή του.
Ποιητικό έργο
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης βασανίζεται καθημερινά, με τα πιο ευφάνταστα
σκληρά και αποκρουστικής σύλληψης βασανιστήρια καθ΄ όλη την διάρκεια της
κράτησης του. Η αυτοκυριαρχία του, η αυτοπειθαρχία του, το πείσμα στο να
υπερασπιστεί αυτό που πιστεύει και το χιούμορ που διέθετε λειτουργούν σαν
χάρη στις οποίες κατορθώνει να επιβιώσει τον σωματικό και ψυχικό βιασμό.
πολλούς, στις φυλακές του Μπογιατίου γράφει τα καλύτερα του ποιήματα στον
τοίχο του κελιού του ή σε μικροσκοπικά παλιόχαρτα, με μελάνι συχνά το ίδιο του το αίμα. Πολλά από τα ποιήματα του δεν διασώθηκαν. Αρκετά όμως από αυτά είτε
κατάφερε να τα βγάλει από την φυλακή με διάφορους τρόπους είτε να τα
ξαναγράψει αργότερα χάρη στο ισχυρό μνημονικό του. Το 1972, ενώ ήταν ακόμη στη φυλακή, εκδίδεται στο Παλέρμο η πρώτη ποιητική του συλλογή στα
Ιταλικά Altri seguiranno: poesie e documenti dal carcere di Boyati (Άλλοι θα ακολουθήσουν: ποίηση και ντοκουμέντα από τις Φυλακές του Μπογιατίου)
με εισαγωγικό σημείωμα από τον Ιταλό πολιτικό Φερούτσιο Πάρη και τον Ιταλό
σκηνοθέτη και καλλιτέχνη Πιέρ Πάολο Παζολίνι.
Για το έργο του αυτό ο Α. Παναγούλης βραβεύτηκε με το Διεθνές Βραβείο
Λογοτεχνίας Βιαρέτζιο (Premio Viareggio Internazionnale) τη χρονιά που ακολούθησε.
Μετά την απελευθέρωση του ο Α. Παναγούλης εξέδωσε στο Μιλάνο την
δεύτερή του ποιητική συλλογή στα Ιταλικά Vi scrivo da un carcere in Grecia
(Μέσα από Φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα) με εισαγωγικό σημείωμα από τον
Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Είχε προηγηθεί η έκδοση στα ελληνικά τετραδίων
όπως η συλλογή με τίτλο "Η Μπογιά".
 
 Ποιήματα
Υπόσχεση
Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν' αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισιάς σημάδια.
Υπόσχεση είναι μοναχά
γι' Αγώνα υπόσχεση
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, Φεβρουάριος 1972)
Vi scrivo da un carcere in Grecia, 1974
 
Διεύθυνσή μου
Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω
στην Ελλάδα
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 – Μετά ξυλοδαρμό)
Vi scrivo da un carcere in Grecia, 1974.
 Σύμβολο
Η ζωή και το έργο του Αλέξανδρου Παναγούλη τροφοδότησε τους
καλλιτεχνικούς κύκλους. Συγκεκριμένα, ο διάσημος μουσικοσυνθέτης
Μίκης Θεοδωράκης, κατατρεγμένος επίσης για τα πολιτικά του πιστεύω από την
Χούντα των Συνταγματαρχών, μελοποίησε ποιήματα του. Ακόμη, η ποίηση και η
ζωή του Α. Παναγούλη έγινε αντικείμενο μελέτης για πολλούς ερευνητές.
Σε αυτή την ομάδα εντάσσεται και το έργο Un Uomo (Ένας Άντρας) που
εκπονήθηκε από την Ιταλίδα δημοσιογράφο και σύντροφο του Οριάνα Φαλάτσι.
Κατά πολλούς, ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο παραλίγο «τυραννοκτόνος»,
με την θαρραλέα του πράξη (την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα) έχει
καθιερωθεί σαν σύμβολο της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων και των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών και χάρη στο πολιτικό
του ήθος εμπνέει τις νέες γενιές στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.
Η ελληνική πολιτεία, κατόπιν παρότρυνσης συναγωνιστών, φίλων και
θαυμαστών του, για την αναγνώριση της προσφοράς του Αλέξανδρου
εξέδωσε σαν ελάχιστο φόρο τιμής γραμματόσημο
(σειρά «Πρόσωπα» - 20 δρχ. του 1996), τηλεκάρτα (100 μονάδων του 1996) και
το όνομα του σε δημόσιους χώρους (π.χ. δρόμους, πλατείες), μεταξύ των οποίων
και ο σταθμός «Άγιος Δημήτριος/Αλέξανδρος Παναγούλης» του μετρό
της Αθήνας (2004).

πηγη : wikipedia

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
 
 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011
Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897

Πολεμική αναμέτρηση μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με αφορμή το Κρητικό Ζήτημα. Η πρώτη τουφεκιά έπεσε στις 6 Απριλίου 1897 και οι πολεμικές συγκρούσεις τερματίστηκαν στις 8 Μαΐου του ίδιου χρόνου με ήττα της Ελλάδας.

Στις αρχές του 1896 την Ελλάδα κυβερνούσε ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, πολιτικός με δημαγωγικές τάσεις. Εκτός από τα μεγάλα και δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, είχε να αντιμετωπίσει και την κατάσταση στην Κρήτη, που βρισκόταν τότε υπό οθωμανικό ζυγό. Η διακυβέρνηση της μεγαλονήσου από τον ελληνικής καταγωγής Καραθεοδωρή Πασά είχε στεφθεί από αποτυχία. Τα φιλελεύθερο και φιλοδίκαιο πνεύμα του εξόργισε τους Τουρκοκρητικούς, οι οποίοι αποφάσισαν να καταστήσουν αδύνατη την περαιτέρω παραμονή του στο νησί. Ταραχές εξερράγησαν και δολοφονίες χριστιανών προκρίτων σημειώθηκαν, όχι κάτι ασυνήθιστο στη μακραίωνα διαβίωση μουσουλμάνων και χριστιανών στην Κρήτη.

Τον Καραθεοδωρή Πασά διαδέχθηκε ο τουρκαλβανός Τουρχάν Πασάς, ο οποίος ούτε και αυτός έγινε αποδεκτός από τους ομοδόξους του. Με προτροπή των μεγάλων δυνάμεων, τη διοίκηση της Κρήτης ανέλαβε ο χριστιανός Γεώργιος Βέροβιτς, πρώην διοικητής της Σάμου. Η κατάσταση, όμως, παρέμεινε έκρυθμη και το αίμα έρεε άφθονο. Οι χριστιανοί Έλληνες, που αποτελούσαν το 80% των κατοίκων της Κρήτης, είχαν ξεσηκωθεί και ζητούσαν αυτονομία για το νησί τους.

Η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία, η Αυστρία και η Ιταλία έστειλαν από ένα πλοίο στην Κρήτη για την προστασία των υπηκόων τους. Το ίδιο ήθελε να πράξει και η Ελλάδα, αλλά εμποδίστηκε από τις πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων στην Αθήνα. Πάντως, βοήθεια έφθανε από την Ελλάδα στην Κρήτη, χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία και συγκεκριμένα την «Εθνική Εταιρεία», μια μεγαλοϊδεατική οργάνωση, με βαθιές ρίζες στην ελίτ της αθηναϊκής κοινωνίας και της ελληνικής διασποράς.

Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, ενώ από την πλευρά τους οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν να τον πείσουν να δώσει μεγαλύτερα προνόμια στην Κρήτη. Ο Σουλτάνος δέχθηκε ο διοικητής της Κρήτης να είναι πάντοτε χριστιανός και να διορίζεται με τη σύμφωνη γνώμη των μεγάλων Δυνάμεων, αλλά την ίδια ώρα ενθάρρυνε τους Τουρκοκρητικούς να γίνονται καθημερινά προκλητικότεροι.

Στις 24 Ιανουαρίου 1897 οι μουσουλμάνοι προέβησαν σε σφαγές χριστιανών στα Χανιά. Ο Δηληγιάννης, ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση και υπό την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων, αναγκάσθηκε να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στην Κρήτη, γνωρίζοντας ότι αυτό θα αποτελούσε αιτία πολέμου για την Υψηλή Πύλη. Στολίσκος πολεμικών πλοίων κατευθύνθηκε στο νησί υπό τον βασιλόπαιδα Γεώργιο, ενώ ο συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος με χίλιους άνδρες αποβιβάσθηκε στον όρμο του Κολυμπαρίου (δυτικά των Χανίων), με εντολή να καταλάβει την Κρήτη εν ονόματι του Βασιλιά Γεωργίου Α'.

Στις 7 Φεβρουαρίου είχε την πρώτη του επιτυχία, όταν κατανίκησε τετραπλάσια δύναμη τουρκοκρητών και οθωμανικών δυνάμεων. Στρατιωτικά αγήματα είχαν αποβιβάσει στο νησί και οι Μεγάλες Δυνάμεις, που απαγόρευσαν κάθε περαιτέρω επιθετική ενέργεια στον Βάσσο και τους άνδρες του. Με την παρουσία ελληνικών δυνάμεων στην Κρήτη, ο Σουλτάνος δεν είχε άλλη δυνατότητα, παρά να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Το έπραξε στις 5 Απριλίου 1897.

Την εποχή εκείνη, η ελληνοτουρκική μεθόριος διέτρεχε τη γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές προσβάσεις του Ολύμπου. Οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν στρατιωτική δύναμη, αποτελούμενη από 121.500 άνδρες και 1300 ιππείς, με αρχηγό τον Ετέμ Πασά και γερμανούς συμβούλους. Οι ελληνικές δυνάμεις παρέταξαν 54.000 άνδρες και 500 ιππείς, με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Η πρώτη εβδομάδα των πολεμικών επιχειρήσεων (6-11 Απριλίου) αναλώθηκε σε μάχη χαρακωμάτων κατά μήκος των Θεσσαλικών συνόρων. Στις 11 Απριλίου, ο Ετέμ Πασάς και οι άνδρες του εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος από τα στενά της Μελούνας και διέσπασαν γρήγορα τις ελληνικές δυνάμεις στον Τύρναβο (12 Απριλίου). Οι έλληνες στρατιώτες υποχώρησαν άτακτα και συμπτύχθηκαν στα Φάρσαλα, όπου αντέταξαν νέα γραμμή άμυνας. Η Λάρισα αφέθηκε στην τύχη της και καταλήφθηκε από τους Τούρκους στις 13 Απριλίου, αφού προηγουμένως είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους της. Την ίδια μέρα, τουρκική δύναμη κατευθύνθηκε στο Βελεστίνο, όπου αντιμετωπίστηκε από τον Συνταγματάρχη Σμολένσκη και την ταξιαρχία του.

Με πεσμένο το ηθικό, οι Έλληνες υπέστησαν και νέα ήττα στα Φάρσαλα, στις 24 Απριλίου, υποχωρώντας αυτή τη φορά με τάξη. Ο Σμολένσκης διατάχθηκε να εγκαταλείψει το Βελεστίνο και να μεταβεί με τις δυνάμεις του στον Δομοκό, όπου ο Έλληνες προετοίμαζαν νέα γραμμή άμυνας. Μάταια, όμως, αφού ο υπέρτερος τουρκικός στρατός πέτυχε μια ακόμη νίκη στις 5 Μαΐου, έχοντας πλέον ανοιχτό το δρόμο για την Αθήνα. Σε μια ύστατη προσπάθεια, ο Σμολένσκης, που αποδείχθηκε ο πιο αξιόπιστος στρατιωτικός, διατάχθηκε από τον Κωνσταντίνο να κρατήσει το πέρασμα στις Θερμοπύλες. Δεν χρειάστηκε, γιατί επενέβησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Ο τσάρος Νικόλαος Β', συγγενής εκ μητρός του έλληνα βασιλιά Γεωργίου Α', έπεισε τον Σουλτάνο να διατάξει κατάπαυση του πυρός. Το σχετικό πρωτόκολλο υπογράφτηκε στο χωριό Ταράτσα της Λαμίας στις 8 Μαΐου 1897, με τους Οθωμανούς να έχουν ανακαταλάβει όλη τη Θεσσαλία. Στο μέτωπο της Ηπείρου η ανακωχή έγινε μία μέρα νωρίτερα (7 Μαΐου 1897). Τα πράγματα εκεί είχαν εξελιχθεί καλύτερα για τον Ελληνικό Στρατό. Οι δυνάμεις του συνταγματάρχη Μάνου όχι μόνο κράτησαν στη γραμμή Άρτας - Πέτα, αλλά προήλασαν και μέσα στο τουρκικό έδαφος. Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ήταν 672 νεκροί, 2.383 τραυματίες και 252 αιχμάλωτοι και για την τουρκική 1111 νεκροί, 3.238 τραυματίες και 15 αιχμάλωτοι.

Οι βασικότερες αιτίες για την εθνική ντροπή του 1897 ήταν η έλλειψη διορατικότητας από την πολιτική τάξη και το απαράσκευο του ελληνικού στρατού. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, για να αντιμετωπίσει το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, είχε περικόψει τις στρατιωτικές δαπάνες, ενώ ο κομματισμός βασίλευε στο στρατό, με την προαγωγή στις ανώτερες θέσεις ανίκανων αξιωματικών.

Ο στρατηγός και μετέπειτα δικτάτωρ Θεόδωρος Πάγκαλος χαρακτηρίζει στα Απομνημονεύματά του «ένοπλο συρφετό» το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα και αναφέρει σχετικά: «Η κατάστασις του στρατού μας ήτο οικτρά… Τα στελέχη του πεζικού, εκτός ολίγων, ήσαν τελείως αμαθή και ανίκανα. Η μεγίστη πλειοψηφία των ανωτέρων αξιωματικών απετελείτο από αγαθούς τύπους, των οποίων η στρατιωτική μόρφωσις περιωρίζετο εις την τακτικήν της καταδιώξεως, ληστών, φυγοδίκων και ζωοκλεπτών… Αυτός ήτο στρατός, διά του οποίου η ανεκδιήγητος εκείνη κυβέρνησις ενόμιζεν ότι θα νικήση την Τουρκική Αυτοκρατορία…».

Το οριστικό τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου γράφτηκε στις 22 Νοεμβρίου 1897 στην Κωνσταντινούπολη, με καταρρακωμένο το γόητρο της χώρας και την υπερηφάνεια των Ελλήνων. Ο Θεόδωρος Δηληγιάννης είχε παραιτηθεί υπό το βάρος της ήττας και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης υπέγραψε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Με τη συμφωνία, που επεξεργάστηκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι εδαφικές απώλειες για την Ελλάδα ήταν μικρές, αφού επανέκτησε τη Θεσσαλία, την οποία είχε χάσει στο πεδίο της μάχης.

Όμως, η Ελλάδα των τόσων οικονομικών προβλημάτων και του τρικούπειου «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!» υποχρεώθηκε να καταβάλει μια υπέρογκη αποζημίωση στην Τουρκία (4.000.000 τουρκικές λίρες), ως πολεμική επανόρθωση. Αναγκάσθηκε να λάβει ένα ακόμη δάνειο και προκειμένου να ξεπληρώσει το δυσβάστακτο χρέος της τέθηκε υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Αυτό είχε ως συνέπεια να εκχωρήσει πηγές των δημοσίων εσόδων στους πιστωτές της και να δημιουργηθούν έτσι τα περίφημα μονοπώλια στο τσιγαρόχαρτο, το αλάτι, το πετρέλαιο, τον καπνό, τα σπίρτα και τα τραπουλόχαρτα, που θα διατηρηθούν μέχρι την είσοδο της χώρας μας στην ΕΟΚ το 1981.

Το θετικό για τις εθνικές διεκδικήσεις ήταν η αποχώρηση των Οθωμανών από την Κρήτη, η οποία απέκτησε την αυτονομία της (1898), πρώτο στάδιο για την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα (1913). Η εθνική οργή θα απαλυνθεί με τον καιρό, η φτωχή Ελλάδα γρήγορα θα σηκώσει κεφάλι και 15 χρόνια αργότερα θα γραφτεί το έπος των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011
 
Νίκος Μπελογιάννης
1915 – 1952
Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε το 1915 στην Αμαλιάδα.
Από μαθητής του Γυμνασίου βρέθηκε στο δημοκρατικό κίνημα.
Σπούδασε νομικά, αλλά δεν τέλειωσε τις σπουδές του, διότι αποβλήθηκε
από το Πανεπιστήμιο με απόφαση της Συγκλήτου για τη δράση του
«εναντίον της κοσμογονίας του Κονδύλη».
Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1934. Από τότε, πέρασε από πολλές δοκιμασίες.
Φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια στην Ασφάλεια Πατρών, τρομοκρατία στα
ιταλικά στρατόπεδα. Στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ήταν καπετάνιος
μεραρχίας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο και μέλος του Γραφείου Περιοχής
Πελοποννήσου του ΚΚΕ. Στον εμφύλιο, ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν πολιτικός
επίτροπος μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Παράλληλα με την
καθοδηγητική του δουλειά, έγραψε άρθρα και μελέτες που αφορούσαν στην
ελληνική ιστορία και στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Περίπου ένα χρόνο μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ο Νίκος Μπελογιάννης
και 93 ακόμη σύντροφοί του -μεταξύ των οποίων ο δημοσιογράφος Στάθης Δρομάζος,
ο Στέργιος Γραμμένος και η Έλλη Ιωαννίδου- συλλαμβάνονται και στις
22 Οκτωβρίου 1951 οδηγούνται σε δίκη.
 
Κατηγορούνται για απόπειρα ανασυγκρότησης του Κομουνιστικού Κόμματος
Ελλάδος (ΚΚΕ), το οποίο -βάση του Αναγκαστικού Νόμου 509/1947- θεωρείται
παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα, που δρα ενάντια στην
εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.
Στις 15 Νοεμβρίου ο πρόεδρος του έκτακτου στρατοδικείου Αντισυνταγματάρχης
Ανδρέας Σταυρόπουλος ανακοινώνει την ετυμηγορία, πλαισιωμένος από τους
στρατοδίκες Γεώργιο Παπαδόπουλο (τον μετέπειτα δικτάτορα), Ν. Κομιάνο,
Γ. Κοράκη, και Θ. Κυριακόπουλο. Ο Νίκος Μπελογιάννης είναι μεταξύ των καταδικασθέντων σε θάνατο. Η απόφαση προκαλεί διεθνή κατακραυγή, ενώ στο
εσωτερικό της χώρας το πολιτικό κλίμα φορτίζεται και πάλι επικίνδυνα.
Τρεις μήνες μετά, στις 15 Φεβρουαρίου 1952, η δίκη επαναλαμβάνεται.
Δεσπόζουσα μορφή, ο 37χρονος Μπελογιάννης, ο οποίος παρακολουθεί την όλη
διαδικασία μ' ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι, άψογα ντυμένος και με περισσή
ευπρέπεια και ψυχραιμία. Την 1η Μαρτίου ο πρόεδρος του Στρατοδικείου Σίμος
ανακοινώνει την ετυμηγορία... Εις θάνατον καταδικάζονται ο Νίκος Μπελογιάννης
και επτά ακόμη κατηγορούμενοι.
 
Τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου, ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοινώνει στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση
ότι η αίτηση χάριτος που υπέβαλαν απορρίφθηκε.
Λίγο αργότερα οδηγούνται στο Γουδί, όπου και εκτελούνται δια τυφεκισμού
στις 4:12 π.μ. Στο άκουσμα των πυροβολισμών, ο πρωθυπουργός
Νικόλαος Πλαστήρας κυριολεκτικά καταρρέει. Όλη η κινητοποίηση εντός
και εκτός Ελλάδας δεν κατάφερε να αποτρέψει το γεγονός.
Τα άσχημα μαντάτα ταξιδεύουν γρήγορα μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης
πολιτικών κρατουμένων στον Αϊ Στράτη, όπου ζει εξόριστος ο Γιάννης Ρίτσος.
Την ίδια μέρα θα γράψει το ποίημα
«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ».
 

"Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

* * * * * * * * * * * * *
 
24 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011
Νικόλαος Πλαστήρας
1883 – 1953
Στρατιωτικός και πολιτικός, με έντονη δράση σε κρίσιμες περιόδους της
νεοελληνικής ιστορίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, γνωστός με το
προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Γεννήθηκε στο Βούνεσι (σημερινό
Μορφοβούνι) Καρδίτσας στις 4 Νοεμβρίου 1883.
Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο κατατάχθηκε ως εθελοντής στο στρατό με το βαθμό
του δεκανέα το 1903 και πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Συμμετείχε ενεργά
στον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», που έκανε το Κίνημα στο Γουδί (1909) και
έφερε στην εξουσία τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το 1912, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Υπαξιωματικών της
Κέρκυρας, ονομάσθηκε Ανθυπολοχαγός και με το βαθμό αυτό πήρε μέρος
στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Ο Πλαστήρας διακρίθηκε σε πολλές
μάχες, ιδιαίτερα στη Μάχη του Λαχανά, όπου οι συμπολεμιστές του έδωσαν το
προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) συντάχθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και προσχώρησε στο Κίνημα της
Εθνικής Αμύνης. Στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου κατά τον
Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε ξεχωριστά χαρίσματα, ιδιαίτερα στη
Μάχη του Σκρα και προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.
Το 1919 ανέλαβε τη διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων στην
Ουκρανία, συμμετέχοντας στη συμμαχική εκστρατεία υποστήριξης του ρωσικού
«Λευκού Στρατού», ο οποίος εμάχετο τους μπολσεβίκους του Λένιν.
Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, ο Πλαστήρας επικεφαλής της ίδιας μονάδας
και με το βαθμό του συνταγματάρχη εστάλη στο Μικρασιατικό Μέτωπο.
Η δράση του κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ενίσχυσε τη φήμη του.
Οι Τούρκοι τον ονομάζουν Καρά-Πιπέρ (Μαυρόπιπερο), εξαιτίας του μελαψού του
χρώματος και τη μονάδα του «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατό του Διαβόλου).
Ο Πλαστήρας διακρίθηκε κατά την τουρκική αντεπίθεση στο Σαγγάριο, που
προκάλεσε την κατάρρευση του Μετώπου. Οδήγησε τη μονάδα του συντεταγμένα
στον Τσεσμέ και από εκεί στη Χίο, σώζοντας παράλληλα χιλιάδες πρόσφυγες
που τον ακολουθούσαν.
Η Μικρασιατική Καταστροφή έφερε την εξέγερση του στρατού στη Χίο και στη
Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο του 1922 και τη δημιουργία της «Επαναστατικής Επιτροπής»
υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα, Στυλιανό Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά.
Η Επιτροπή με τελεσίγραφό της αξίωσε την παράδοση της εξουσίας, την έξωση του
βασιλιά Κωνσταντίνου και την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη.
Με τη βοήθεια του λαού και του στρατού, ιδίως του Ναυτικού, οι εξεγερθέντες
γρήγορα έγιναν κύριοι της κατάστασης, με τον Νικόλαο Πλαστήρα να έχει αρχηγικό ρόλο.
Ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του υιού του Γεωργίου Β', ενώ πρωθυπουργός
ανέλαβε ο Κροκιδάς.
Η Επαναστατική Επιτροπή είχε δύσκολο έργο να επιτελέσει. Έπρεπε να
αναδιοργανώσει τον στρατό για να επιτύχει καλύτερους όρους ως ηττημένη
χώρα στην επικείμενη διάσκεψη της Λοζάννης, να φροντίσει και να στεγάσει τους εκατοντάδες χιλιάδες μικρασιάτες πρόσφυγες, αλλά και να επουλώσει το
τραυματισμένο λαϊκό αίσθημα, που ζητούσε την τιμωρία των υπαιτίων της
Εθνικής Συμφοράς. Με μια αμφιλεγόμενη απόφασή του, προσήγαγε σε δίκη του
πολιτικούς και στρατιωτικούς υπεύθυνους της ήττας («Δίκη των Έξι»), οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στο Γουδί.
Ο Πλαστήρας κάλεσε από την εξορία τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να ηγηθεί της
ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που οδήγησαν
στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923). Η Επαναστατική Επιτροπή αντιμετώπισε
επιτυχώς το φιλοβασιλικό πραξικόπημα των υποστρατήγων Γαργαλίδη και
Λεοναρδόπουλου (Οκτώβριος 1923), ενώ δεν κλονίσθηκε με το περιστατικό της
Κέρκυρας, που προκάλεσε την ολιγοήμερη κατάληψη του νησιού από τους Ιταλούς.
Ο Πλαστήρας πίστευε ότι η θέση των στρατιωτικών είναι στους στρατώνες και
μόνο δεινά θα προκαλούσε η άσκηση εξουσίας από αυτούς. Έτσι, οδήγησε τη
χώρα στις κάλπες στις 16 Δεκεμβρίου 1923. Από τις εκλογές απείχε η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις», στην οποία είχαν συσπειρωθεί οι φιλοβασιλικοί και άλλοι
αντιπολιτευόμενοι την Επαναστατική Επιτροπή. Η νέα Βουλή που προέκυψε ήταν Συντακτική και συνήλθε στις 2 Ιανουαρίου 1924, ανοίγοντας το δρόμο για τη
Β' Ελληνική Δημοκρατία. Την ίδια μέρα, ο Πλαστήρας υπέβαλε την παραίτησή του
από τις τάξεις του στρατεύματος, αφού πρώτα έκανε ένα απολογισμό των
πεπραγμένων της Κυβερνητικής Επιτροπής. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε
στη χώρα, με απόφαση της Βουλής προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου.
          
Από το 1924 έως το 1933 ο Νικόλαος Πλαστήρας δεν μετείχε στα κοινά, ζώντας
μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Όταν στις εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933 η
αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» αναδείχθηκε νικήτρια, ο Πλαστήρας
προσπάθησε να αποτρέψει την πολιτική μεταβολή μ' ένα πραξικόπημα που
απέτυχε παταγωδώς, καθώς δεν είχε ούτε τη στήριξη του Ελευθερίου Βενιζέλου,
καθώς η κυβέρνησή του παραιτήθηκε το ίδιο βράδυ.
Με το ενδεχόμενο να διωχθεί ποινικά για εσχάτη προδοσία, ο Πλαστήρας
αναχώρησε κρυφά για τα Δωδεκάνησα και από εκεί για τη Βηρυτό και τη Γαλλία,
όπου εγκαταστάθηκε στη Νίκαια. Τελικά, δεν διώχθηκε για το πραξικόπημα
της 6ης Μαρτίου 1933, αλλά για το φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935.
Αν και βρισκόταν μακριά από την Ελλάδα, καταδικάσθηκε σε θάνατο,
μαζί με τον Βενιζέλο.
Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, πρωτοστάτησε στη
δημιουργία αντιδικτατορικής κίνησης, ενώ προσπάθησε μάταια να πείσει τη
Γαλλία να αναλάβει ενεργό ρόλο στην κατάλυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.
Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έγραψε επιστολή προς την
ελληνική κυβέρνηση, με την οποία την καλούσε να συνθηκολογήσει με την Ιταλία.
Η επιστολή αυτή θα του κοστίσει πολιτικά τα επόμενα χρόνια.
Μετά την Απελευθέρωση και τα «Δεκεμβριανά» (1944), που προκάλεσαν την
παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Πλαστήρας
διορίζεται πρωθυπουργός στις 3 Ιανουαρίου 1945, ως πρόσωπο ευρείας αποδοχής.
Στην κυβέρνησή του συμμετέχουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις εκτός των κομμουνιστών.
Επί της πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας
(12 Φεβρουαρίου 1945), βάσει της οποίας οι κομμουνιστές και το ΕΑΜ θα
παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Η δημοσίευση στον Τύπο τής προ πενταετίας
επιστολής του που ζητούσε συνθηκολόγηση με την Ιταλία κατά τη διάρκεια του ελλληνοϊταλικού πολέμου, προκάλεσε την παραίτησή του στις 10 Απριλίου 1945.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου παρέμεινε εκτός πολιτικής σκηνής.
Κατήγγειλε τόσο την Αριστερά, όσο και τη Δεξιά, για τις μεθοδεύσεις τους που
οδήγησαν στον αδελφοκτόνο σπαραγμό. Πρώτος αυτός από τους αστούς πολιτικούς
τόλμησε να χρησιμοποιήσει την έκφραση «Εμφύλιος Πόλεμος», αντί του
καθιερωμένου τότε όρου «Συμμοριτοπόλεμος».
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου εμφανίσθηκε ως σημαιοφόρος της λήθης και της
συμφιλίωσης. Στις 14 Ιανουαρίου 1950 ιδρύει την ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική
Ένωσις Κέντρου) μαζί με τον Εμμανουήλ Τσουδερό.
Στις εκλογές τις 5ης Μαρτίου 1950 κέρδισε το 16,4% των ψήφων και 45 έδρες,
ελθούσα τρίτο κόμμα, μετά το Λαϊκό Κόμμα και το Φιλελεύθερο.
Στις 15 Απριλίου σχηματίζει κυβέρνηση συνασπισμού με αντιπρόεδρο τον
Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία θα έχει ζωή μόλις πέντε μηνών. Πρόλαβε, όμως,
να πάρει μέτρα, που στόχευαν στην άμβλυνση των συνεπειών του Εμφυλίου,
περιορίζοντας τις διώξεις των Αριστερών.
Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 η ΕΠΕΚ ήλθε δεύτερη, μετά τον
Συναγερμό του Παπάγου, με το 23,5% των ψήφων και 74 έδρες.
Σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ ΕΠΕΚ και Φιλελευθέρων,
με πρωθυπουργό τον Πλαστήρα, που κράτησε ένα χρόνο. Παρά την πολιτική
συνδιαλλαγής που ακολουθεί και παρά την αντίθεσή του κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, εκτελούνται οι Μπελογιάννης, Μπάτσης, Καλούμενος,
Αργυριάδης, ενώ αρχίζει η Δίκη των Αεροπόρων. Το δεξιό παρακράτος ζει και
βασιλεύει. Ο Πλαστήρας λαμβάνει μέτρα για την οικονομική και κοινωνική
ανασυγκρότηση της χώρας με έργα υποδομής, εθνικοποιήσεις, κοινωνικές παροχές,
διανομή γης στους ακτήμονες και ψήφο στις γυναίκες.
Στις 16 Νοεμβρίου 1952 προκηρύσσονται νέες εκλογές, στις οποίες κυριαρχεί ο
νικητής του Εμφυλίου, στρατάρχης Παπάγος και το κόμμα του «Ελληνικός Συναγερμός».
Η έκκληση του Πλαστήρα προς την Αριστερά για συστράτευση πέφτει στο κενό.
«Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας, ούλοι οι σκύλοι μια γενιά» είναι η απάντηση
των κομμουνιστών. Η ΕΠΕΚ ηττάται κατά κράτος και στις 3 Μαΐου 1953 διασπάται.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας, καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και
εγκεφαλικά επεισόδια, δεν εξελέγη ούτε βουλευτής. Η πολιτική του καριέρα θα
λάβει τέλος, όπως και η ζωή του λίγους μήνες αργότερα. Θα αφήσει
τη τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου 1953, εξαιτίας ενός
νέου βαρύτατου καρδιακού εμφράγματος.
 
  * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
 
19 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011
Άντολφ Άιχμαν
1906 – 1962

Μεσαίο στέλεχος των SS, που ήταν επιφορτισμένο με τη μεταφορά των Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Καταδιώχθηκε, συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε από τους Ισραηλινούς.

Γεννήθηκε ως Ότο Άντολφ Άιχμαν στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας στις 19 Μαρτίου 1906 και ήταν γιος επιχειρηματία. Μετά το θάνατο της μητέρας του, η οικογένεια Άιχμαν μετακόμισε στην Αυστρία. Ο πατέρας του πολέμησε με τον στρατό της Αυστροουγγαρίας κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και μετά συνέχισε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Αυστρία.

Ο νεαρός Άντολφ εγκατέλειψε νωρίς τις σπουδές του στο Λύκειο και αφού έκανε διάφορες δουλειές, γράφτηκε στη νεολαία του παραρτήματος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην Αυστρία (1 Απριλίου 1932). Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, το 1933, ο Άιχμαν επέστρεψε στη Γερμανία και υπέβαλε αίτηση για να ενταχθεί στα SS. Έγινε δεκτός και το Νοέμβριο του 1933 ανέλαβε υπηρεσία στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Το 1935 παντρεύτηκε τη Βέρα Λιμπλ, από την οποία απέκτησε 4 παιδιά.

Το 1937 εστάλη στη βρετανοκρατούμενη Παλαιστίνη, με την εντολή να διερευνήσει τις πιθανότητες για μαζική μετανάστευση των Εβραίων της Γερμανίας στην περιοχή. Δεν του επετράπη η είσοδος και συνέχισε την αποστολή του στο Κάιρο, όπου ήρθε σε επαφή με διάφορους σιωνιστές για το σκοπό αυτό. Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, ο Άιχμαν βρίσκεται στη Βιέννη με το βαθμό του υπολοχαγού, προκειμένου να οργανώσει τις τοπικές υπηρεσίες των SS. Ένα από τα καθήκοντα που αναλαμβάνει είναι η απέλαση των Εβραίων από την Αυστρία.


Με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου προάγεται σε λοχαγό και υπηρετεί στο Βερολίνο στις υπηρεσίες ασφαλείας του Τρίτου Ράιχ. Τον Αύγουστο του 1940 δίδει στη δημοσιότητα το «Σχέδιο Μαδαγασκάρη», που προβλέπει μαζική μεταφορά όλων των Εβραίων στη Μαδαγασκάρη και τη δημιουργία εκεί του εβραϊκού κράτους. Το σχέδιο αυτό ποτέ δεν υλοποιήθηκε.

Το 1942 ο Άιχμαν μετέχει ως γραμματέας στη «Συνδιάσκεψη του Βάνσι», όπου αποφασίζεται η «Τελική Λύση» του Εβραϊκού Ζητήματος, με την εξολόθρευση όλων των Εβραίων της Ευρώπης. Με διαταγή της ηγεσίας των SS αναλαμβάνει υπεύθυνος για τη μεταφορά των Εβραίων στα στρατόπεδα θανάτου της κατεχόμενης Πολωνίας (Άουσβιτς, Μπιρκενάου κλπ). Με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, ο Άντολφ Άιχμαν γίνεται γνωστός και μπαίνει στο στόχαστρο των Συμμάχων.

Μετά το τέλος του Πολέμου συνελήφθη τυχαία από τους Αμερικανούς, με το όνομα Ότο Έκμαν, χωρίς να γνωρίζουν την αληθινή του ταυτότητα. Ο Άιχμαν δραπέτευσε στις αρχές του 1946 και παρέμεινε στη Γερμανία έως το 1950, οπότε μετανάστευσε στην Αργεντινή με το όνομα Ρικάρντο Κλέμεντ, με τη βοήθεια ενός φραγκισκανού μοναχού. Για τα επόμενα δέκα χρόνια θα ζήσει με την οικογένειά του στο Μπουένος Άιρες και θα κάνει διάφορες δουλειές (επιστάτης, μηχανικός και εκτροφέας κουνελιών).
     

Από τις αρχές του 1954 οι ισραηλινοί και οι εβραίοι κυνηγοί των Ναζί γνώριζαν ότι Άιχμαν ζούσε στην Αργεντινή με ψευδώνυμο. Τρία χρόνια αργότερα, η «Μοσάντ» άρχισε να καταστρώνει το σχέδιο για τη σύλληψή του. Στις 11 Μαΐου 1960, ύστερα από μια μυστική επιχείρηση που δεν ήταν σε γνώση των αρχών της Αργεντινής, ο Άιχμαν συνελήφθη από άνδρες της «Μοσάντ» και της «Σαμπάκ». Δέκα ημέρες αργότερα βρισκόταν στο Ισραήλ. Η Αργεντινή προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας επειδή παραβιάστηκε η εθνική της κυριαρχία και κέρδισε μια καταδικαστική απόφαση κατά του Ισραήλ. Οι σχέσεις των δύο χωρών διαταράχτηκαν, αλλά σύντομα αποκαταστάθηκαν, όταν το Ισραήλ ζήτησε δημοσίως συγγνώμη.

Η Δίκη του Άντολφ Άιχμαν άρχισε στις 11 Απριλίου 1961 στο Τελ Αβίβ κι έλαβε μεγάλη δημοσιότητα σε όλο τον κόσμο. Κατηγορήθηκε για εγκλήματα κατά του εβραϊκού λαού και της ανθρωπότητας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι εκτελούσε εντολές ανωτέρων του. Έπειτα από 14 εβδομάδες ακροαματικής διαδικασίας, η δίκη ολοκληρώθηκε στις 14 Αυγούστου. Οι τρεις δικαστές διασκέφθηκαν και στις 15 Δεκεμβρίου 1961 εξέδωσαν την ετυμηγορία τους, επιβάλλοντας στον κατηγορούμενο τη θανατική ποινή. Ο Άιχμαν δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, το οποίο διατήρησε την ποινή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (29 Μαΐου 1962). Η αίτηση για απονομή χάριτος απερρίφθη από τον πρόεδρο του Ισραήλ, Ιτζάκ Μπεν Ζβι, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις για επιείκεια.

Η ποινή εκτελέστηκε δια απαγχονισμού λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 1ης Ιουνίου 1962 στη φυλακή Ράμλα. Πριν από την εκτέλεσή του, ο Άιχμαν αρνήθηκε το τελευταίο γεύμα και αντί αυτού προτίμησε να πιει μισό μπουκάλι από ένα τοπικό κόκκινο κρασί. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Ζήτω η Γερμανία, Ζήτω η Αυστρία, Ζήτω η Αργεντινή. Είναι οι τρεις χώρες που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Υπάκουσα στους κανόνες του πολέμου και της σημαίας μου. Είμαι έτοιμος». Είναι η μοναδική εκτέλεση θανατικής ποινής που έχει γίνει μέχρι σήμερα στο κράτος του Ισραήλ, καθώς η εσχάτη των ποινών δεν επιβάλλεται στα κοινά εγκλήματα. Αμέσως μετά τον απαγχονισμό, η σορός του Άιχμαν αποτεφρώθηκε και η στάχτη του διασκορπίστηκε στα ανοιχτά της Μεσογείου, προκειμένου να σβήσει η όποια ανάμνηση γι' αυτόν και να μην ηρωποιηθεί.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η δράση και η προσωπικότητα του Άιχμαν απασχόλησαν πολύ τους ιστορικούς. Στο ερώτημα κατά πόσο ήταν υπεύθυνος για το Ολοκαύτωμα, κάποιοι απάντησαν καταφατικά, υποστηρίζοντας ότι γνώριζε τι έπραττε. Οι υπερασπιστές του, ανάμεσά τους και οι γιοι του, αντέτειναν ότι δεν έπρεπε να δικασθεί και να καταδικασθεί σε θάνατο, γιατί εκτελούσε απλώς το καθήκον του ως στρατιώτης.

Η διάσημη γερμανοεβραία πολιτική φιλόσοφος Χάνα Αρεντ, που παρακολούθησε τη δίκη, είδε μια άλλη εικόνα του Άιχμαν. Στο πρόσωπό του δεν διέκρινε έναν φανατικό διψασμένο για αίμα, αλλά έναν γραφειοκράτη που ήθελε να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του. Απαριθμούσε τρένα που οδηγούσαν ανθρώπους στο θάνατο, λες και μιλούσε για φορτία με πορτοκάλια, Ήταν ασφαλώς ένας άνθρωπος που είχε στείλει εκατομμύρια Εβραίους στους θαλάμους αερίων, αλλά το κίνητρό του δεν ήταν ο αντισημιτισμός. Έγινε Ναζί επειδή του άρεσε να πηγαίνει με το πλήθος. Τα εγκλήματά του ήταν η απόδειξη της «κοινοτοπίας του κακού» (Χάνα Αρεντ: «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Η κοινοτοπία του κακού», εκδόσεις ΘΥΜΕΛΗ).

 * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
 
15 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011
Η κατάληψη της Κέρκυρας από τη φασιστική Ιταλία

Ένα χρόνο μετά την άνοδό του στην εξουσία κι ενώ η χώρα μας βίωνε ταεπακόλουθα
της μικρασιατικής καταστροφής, ο Μπενίτο Μουσολίνι και η φασιστική Ιταλία
έδειξαν το σοβινιστικό τους πρόσωπο και τις επεκτατικές τους διαθέσεις στα Βαλκάνια.
Αφορμή στάθηκε το επεισόδιο της 27ης Αυγούστου 1923 στο δρόμο
Ιωαννίνων - Κακκαβιάς, κατά το οποίο βρέθηκαν δολοφονημένοι πέντε Ιταλοί,
μέλη της επιτροπής για την οριστική χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου,
μετά την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία το 1921. Επρόκειτο
για τον στρατηγό Τελίνι, τον ταγματάρχη Κόρτι, τον λοχαγό Μπανατσίνι, τον
οδηγό του αυτοκινήτου τους και ένα διερμηνέα.
Ο Μουσολίνι, που ήθελε να ενισχύσει και το γόητρό του, χωρίς να περιμένει το
αποτέλεσμα των ανακρίσεων από τις ελληνικές αρχές, επέδωσε ρηματική διακοίνωση
στην Αθήνα με τους ακόλουθους όρους:
  • Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία και τις σορούς των δολοφονηθέντων.
  • Τελετή μνημοσύνου, παρουσία του Υπουργικού Συμβουλίου.
  • Αίτηση συγγνώμης προς την Ιταλία.
  • Συμμετοχή ιταλού στρατιωτικού στις ανακρίσεις.
  • Καταδίκη των ενόχων σε θάνατο.
  • Καταβολή αποζημίωσης 50.000.000 λιρετών.
Την Ελλάδα εκείνη την περίοδο κυβερνούσε η Επαναστατική Επιτροπή υπό τον
Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία φυσικά απέρριψε τους περισσότερους όρους του
τελεσιγράφου, ως απαράδεκτους. Προσφέρθηκε να βοηθήσει τις οικογένειες των
θυμάτων και πρότεινε στην Ιταλία να ανατεθεί η επίλυση της διαφοράς στην Κοινωνία
των Εθνών. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την ιταλική κυβέρνηση ότι οι δράστες δεν
ήταν έλληνες, αλλά αλβανοί ληστές.


Στις 31 Αυγούστου, η Κοινωνία των Εθνών κάλεσε την Ελλάδα να ενεργήσει
ταχύτατα για την ανεύρεση των ενόχων. Η χώρα μας από την πλευρά της ζήτησε τη
σύσταση Ειδικής Επιτροπής για τη διερεύνηση του συμβάντος και τον καταλογισμό ευθυνών, αλλά και την επέκταση των ερευνών προς την Αλβανία.
Κι ενώ οι διπλωματικές προσπάθειες για την επίλυση της κρίσης βρίσκονταν
στο αποκορύφωμά τους, η Ιταλία με πολεμική επιχείρηση την ίδια μέρα κατέλαβε
την Κέρκυρα, με στόλο αποτελούμενο από 25 πλοία (3 θωρηκτά, 4 καταδρομικά,
6 αντιτορπιλικά τορπιλοβόλα και υποβρύχια). Προηγήθηκε απαίτηση του
αρχηγού της ιταλικής μοίρας πλοιάρχου Φοσκίνι προς τον νομάρχη της Κέρκυρας
Πέτρο Ευριπαίο για την παράδοση του νησιού. Όταν ο έλληνας αξιωματούχος αρνήθηκε,
οι Ιταλοί άρχισαν να κανονιοβολούν την πόλη της Κέρκυρας, με αποτέλεσμα να
σκοτωθούν 15 γυναικόπαιδα και να τραυματισθούν 35 άμαχοι.
Αμέσως μετά, οι ιταλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο νησί και το κατέλαβαν.
Για να δείξουν τις προθέσεις τους, τοποθέτησαν ένα ξύλινο κόκορα στο Παλαιό Φρούριο,
με την επιγραφή: «Όταν λαλήσει αυτός ο κόκορας, τότε οι Ιταλοί θα
φύγουν από την Κέρκυρα».
Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε έντονα και προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών,
έχοντας με το μέρος της τη διεθνή κοινή γνώμη. Ο διεθνής οργανισμός
(ο ΟΗΕ της εποχής) ανέλαβε να διευθετήσει το περιστατικό, αλλά συνάντησε
την έντονη αντίδραση της Ιταλίας. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών, η οποία υποχρέωσε την Ελλάδα:
  • Να καταβάλλει στην Ιταλία αποζημίωση 50.000.000 λιρετών.
  • Να τελέσει μνημόσυνο για τους δολοφονηθέντες, και
  • Να ενεργήσει ανακρίσεις για την ανεύρεση των δραστών της δολοφονίας, υπό την επίβλεψη Διεθνούς Επιτροπής.
Μόνο τότε η Ιταλία δέχθηκε να εκκενώσει την Κέρκυρα στις 27 Σεπτεμβρίου 1923,
με τον λαό να τους κατευοδώνει με ένα σαρκαστικό «Κουκουρίκου!». Παρά τις
προσπάθειες που έγιναν από τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι ένοχοι της πενταπλής
δολοφονίας δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ.


 
* * * * * * * * * * * * * * * *
 
10 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011
Η απόπειρα δολοφονίας κατά της βασίλισσας Αμαλίας

Το 1861 η λαϊκή αντίδραση κατά της βασιλείας είχε φουντώσει για τα καλά.
Ο Όθωνας κατηγορείτο για παραβίαση του Συντάγματος και δεσποτισμό.
Η κατάσταση οξύνθηκε ακόμη περισσότερο στις αρχές Μαΐου, όταν οι αρχές
αποκάλυψαν συνωμοσία κατά του Θρόνου και προέβησαν σε συλλήψεις ηγετικών
στελεχών της αντιπολίτευσης. Ο Όθωνας τον επόμενο μήνα αναχώρησε για ένα μακρύ
ταξίδι στο Μόναχο και καθήκοντα αντιβασιλέα εκτελούσε η βασίλισσα Αμαλία.
 
Αργά το βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου η Αθήνα αναστατώθηκε από την είδησης της
απόπειρας δολοφονίας κατά της βασίλισσας Αμαλίας.
Δράστης ο δεκαοκτάχρονος φοιτητής της Νομικής Αριστείδης Δόσιος,
γόνος επιφανούς οικογένειας των Αθηνών. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν ανώτερος
δημόσιος υπάλληλος και μετά την έξωση του Όθωνα αναμίχθηκε στην πολιτική,
διατελέσας βουλευτής και υπουργός. Η μητέρα του Αικατερίνη ήταν κόρη του κορυφαίου πολιτικού Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και από τις πιο μορφωμένες Ελληνίδες της εποχής.
Ο νεαρός φοιτητής ξεκίνησε οπλισμένος από τα Εξάρχεια και συνάντησε την πομπή της βασίλισσας, που είχε βγει για τον βραδινό της περίπατο, γύρω στις 9 το βράδυ, κοντά
στην Πλατεία Συντάγματος. Χωρίς δισταγμό πυροβόλησε εναντίον της, αλλά αστόχησε. Συνελήφθη πάραυτα και οδηγήθηκε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, που εκείνη
την ώρα βρισκόταν σε συνεδρίαση. Με θάρρος και υπερηφάνεια μπροστά στον έκπληκτο πρωθυπουργό Αθανάσιο Μιαούλη και τους υπουργούς του, ομολόγησε την πράξη του,
χωρίς να κατονομάσει κανέναν ως συνεργό του. Τους είπε ορθά κοφτά ότι ήθελε να
απαλλάξει τη χώρα από την τυραννία.
Ο νεαρός δράστης ρίχτηκε στα μεσαιωνικά υπόγεια της Χωροφυλακής, όπου υπεβλήθη
σε φρικτά βασανιστήρια για να αποκαλύψει τους συνεργούς του. Το μαρτύριο της αϋπνίας
και τα κτυπήματα στο κεφάλι δεν τον λύγισαν. Εκείνη την περίοδο είχε ανοίξει βεντέτα
μεταξύ φοιτητών και αστυνομίας, λόγω των προηγηθέντων «Σκιαδικών». Οι αττικάρχες Βρατσάνος και Δημητριάδης έλεγαν, μεταξύ άλλων, στους συλλαμβανόμενους φοιτητές:
«Τας βδελυράς κατά της βασιλίσσης συκοφαντίας, τας αναξίας όλως εις ακαδημαϊκούς
πολίτας και μόλις αρμοζούσας εις τους εσχάτους μαχαιροβγάλτας διαβόητους
τραμπούκους του Ψειρίου, οίτινες έχουσι τουλάχιστον αίσθημα φιλοπατρίας επάνω των, γινώσκομεν».
Μαρτυρίες που δόθηκαν στη Χωροφυλακή ανέφεραν ότι η δολοφονική απόπειρα κατά
της Αμαλίας δεν ήταν έργο μόνο ενός ανδρός, αλλά εξυφάνθηκε στα γραφεία εφημερίδας
«Το Μέλλον της Πατρίδας», που ήταν το κέντρο της αντιοθωνικής αντιπολίτευσης, με
συνεργάτες τους αδελφούς Δεληγεώργη, τον Οδυσσέα Ιάλεμο και τον Αντώνιο Βαλέττα.
Ο νεαρός Δόσιος δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του, όμως, δεν
εκτελέστηκε, έπειτα από προσωπική επέμβαση της Αμαλίας. Του απονεμήθηκε χάρη
και η θανατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά.
Η δολοφονική απόπειρα κατά της βασίλισσας σίγασε προς στιγμήν το αντιδυναστικό
μένος του λαού. Ακολούθησαν δοξολογίες και έρανοι για την ανέγερση του ναού του
Αγίου Σώζοντος (ο σημερινός Άγιος Σώστης στη λεωφόρο Συγγρού). Η κατάσταση
ηλεκτρίστηκε και πάλι, όταν αποκαλύφθηκε συνωμοσία αξιωματικών του στρατού
για την απόδραση του Δόσιου από τις φυλακές. Ο νεαρός φοιτητής περνούσε δύσκολες
ώρες, καθώς τα βασανιστήρια συνεχίζονταν για την αποκάλυψη των πιθανών
συνενόχων του.
Η λύτρωση για τον Αριστείδη Δόσιο ήλθε μετά την έξωση του Όθωνα (1862),
όταν του χορηγήθηκε αμνηστία και απολύθηκε από τη φυλακή.
Μετέβη στο Μόναχο και στην Ιταλία, όπου περάτωσε τις σπουδές του και στη συνέχεια
επιδόθηκε σε μελέτες οικονομολογικού περιεχομένου, ενώ διετέλεσε διευθυντής της
ναυτιλιακής τράπεζας «Ο Αρχάγγελος». Πέθανε το 1881 σε ηλικία μόλις 37 ετών,
εξαιτίας των βασανιστηρίων που υπέστη στη φυλακή και αφού προηγουμένως
πέρασε ένα διάστημα σε φρενοκομείο.
 
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
 3 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011
Γρηγόρης Αυξεντίου
1928 – 1957
     Ήρωας του ελληνοκυπριακού αγώνα κατά των άγγλων δυναστών στη μεγαλόνησο.
Γεννήθηκε στο χωριό Λύση Αμμοχώστου στις 22 Φεβρουαρίου 1928.
Με την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο μετέβη στην Ελλάδα για να σπουδάσει
στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Μπήκε τελικά στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών
και παράλληλα μελετούσε για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική.
    Υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως Ανθυπολοχαγός πεζικού και μετά
επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως οδηγός ταξί.
Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γεώργιο
Διγενή - Γρίβα, που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών)
και μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Την άνοιξη του ιδίου χρόνου συμμετείχε στις
επιθέσεις κατά της Ηλεκτρικής Εταιρείας και του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Λευκωσίας.
    Πολύ γρήγορα διακρίθηκε για τις ηγετικές του ικανότητες και του δόθηκε η θέση του
υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α, της μεγαλύτερης απελευθερωτικής οργάνωσης στο νησί, με
κύριο στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της σύντομης αντιστασιακής του δράσης έλαβε τα ψευδώνυμα «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας»,
«Άρης», «Μάστρος» και «Ζώτος».
   Οι Άγγλοι κατακτητές έκαναν πολλές προσπάθειες για να τον συλλάβουν και τον επικήρυξαν
με 5.000 λίρες. Ο Αυξεντίου πάντα τους ξέφευγε και ποτέ δεν έχασε το κουράγιο του.
Μια φορά μεταμφιέστηκε σε καλόγερο και κέρασε τους άγγλους διώκτες του χωρίς να τον αναγνωρίσουν. Στις 10 Ιουνίου του 1955 βρήκε την ευκαιρία να παντρευτεί την αγαπημένη
του Βασιλική στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου.
    Στις 12 Δεκεμβρίου 1955 ο Αυξεντίου και όλη η ιεραρχία της ΕΟΚΑ παγιδεύτηκαν από
Βρετανούς στο όρος Τρόοδος, κοντά στο χωριό Σπίλια. Ο Αυξεντίου, όχι μόνο οδήγησε τους συντρόφους του σε ασφαλές μέρος, αλλά άφησε τους Άγγλους να αλληλοπυροβολούνται
και να έχουν πολλά θύματα.
   Στα τέλη Φεβρουαρίου 1957 οι αγγλικές δυνάμεις ασφαλείας έλαβαν την πληροφορία
από ένα βοσκό ότι ο Αυξεντίου και η ομάδα του κρύβονται σε μια σπηλιά πλησίον της
Μονής Μαχαιρά στο όρος Τρόοδος. Αμέσως, απόσπασμα από 60 στρατιώτες έφθασε εκεί
το απόγευμα της 2ας Μαρτίου. Περικύκλωσε τη σπηλιά και κάλεσε τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
Ο επικεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος, ανθυπολοχαγός Μίντλετον, πλησίασε την
είσοδο της σπηλιάς και φώναξε: «Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε». Κάποιος απάντησε: «Καλά παραδινόμαστε». Τέσσερις άνδρες βγήκαν έξω, όχι και ο Αυξεντίου.
Ο Μίντλετον τον κάλεσε και πάλι να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντηση
«Μολών λαβέ».
    Αμέσως, τέσσερις στρατιώτες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο Αυξεντίου τους
υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά. Οι τρεις Βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ο τέταρτος,
ένας δεκανέας, έπεσε νεκρός. Ο Μίντλετον ζήτησε ενισχύσεις, οι οποίες κατέφθασαν αμέσως
με ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθηκε για 10 ώρες, χωρίς αποτέλεσμα για τους επιτιθέμενους. Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού χρησιμοποίησαν όλων των ειδών τα
όπλα, οι Βρετανοί έρριψαν στη σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες κάλυψαν το
σπήλαιο, για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του Αυξεντίου.
    Η μάχη τελείωσε στις 2 το βράδυ της 3ης Μαρτίου 1957. Το πτώμα του ηρωικού
πατριώτη βρέθηκε απανθρακωμένο και τάφηκε την επομένη στις Κεντρικές Φυλακές
Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα Φυλακισμένα Μνήματα».
     Ο Γρηγόρης Αυξεντίου ήταν μόλις 29 ετών.
 
                                                                   * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * 

 
28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011
Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945
στην παραθαλάσσια τοποθεσία της Αττικής μεταξύ Κυβέρνησης και
ΕΑΜ και επιχείρησε να τερματίσει θεσμικά τις πολιτικές και πολεμικές συγκρούσεις, που έμειναν στην ιστορία ως «Δεκεμβριανά».
Οι συγκρούσεις του Δεκεμβρίου του 1944 στην Αθήνα ήταν μια μάχη
εξουσίας μεταξύ της πρώτης μετακατοχικής Κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου και
των Άγγλων από τη μία πλευρά και του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ από την άλλη. Η Κυβέρνηση,
ανίσχυρη και χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, είχε ανάγκη την αγγλική βοήθεια.
Το ΕΑΜ με μπροστάρη το ΚΚΕ ήταν πανίσχυρο, λόγω του πρωταγωνιστικού του
ρόλου στην Αντίσταση.
Τα «Δεκεμβριανά» άφησαν πίσω τους περίπου 7.000 μαχητές νεκρούς (230 Άγγλους,
3.500 Κυβερνητικούς, 3.000 ΕΑΜικούς) και απροσδιόριστο αριθμό αμάχων.
Στις 11 Ιανουαρίου 1945 υπογράφηκε ανακωχή ανάμεσα στους Άγγλους και τον ΕΛΑΣ,
με την οποία οι δυνάμεις του υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Αττική και τη Θεσσαλονίκη.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1945 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της συμφωνίας
στο εξοχικό του πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα. Ο πρωθυπουργός
Νικόλαος Πλαστήρας, που είχε διαδεχθεί τον Γεώργιο Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου, εκπροσωπήθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Σοφιανόπουλο, τον υπουργό
Εσωτερικών Περικλή Ράλλη και τον υπουργό Γεωργίας Ιωάννη Μακρόπουλο.
Την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούσαν ο Γεώργιος Σιάντος (γενικός γραμματέας
του Κ.Κ.Ε), ο Δημήτριος Παρτσαλίδης (γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του Ε.Α.Μ.)
και ο Ηλίας Τσιριμώκος (γενικός γραμματέας της Ε.Λ.Δ).
Έπειτα από διαβουλεύσεις δέκα ημερών, η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Αποτελείτο από 9 άρθρα και προέβλεπε, μεταξύ άλλων, αφοπλισμό
όλων των ένοπλων σωμάτων της Αντίστασης, ανασύνταξη του Εθνικού Στρατού,
εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες των Γερμανών, αμνηστεία
για τα πολιτικά αδικήματα, δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα και εκλογή
Συντακτικής Συνέλευσης για την κατάρτιση νέου Συντάγματος.
Η σημασία της συμφωνίας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το κείμενό
της δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδίδοντας στο περιεχόμενό της
ισχύ νόμου. Στις 28 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε: 100 πυροβόλα, 210 όλμους, 420 πολυβόλα, 1400 οπλοπολυβόλα, 700 αυτόματα, 49.000 τυφέκια
και πιστόλια. H υπογραφή της Συμφωνίας βρήκε αντίθετο τον Άρη Βελουχιώτη, οποίος όχι
μόνο δεν πειθάρχησε στις αποφάσεις του ΚΚΕ, αλλά επιχείρησε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα.
Το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις δεν έδειχνε να γεφυρώνεται εύκολα και σύντομα η Συμφωνία της Βάρκιζας αποτέλεσε γράμμα κενό. Οι εκατέρωθεν παραβιάσεις των όρων της οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου, που διήρκεσε ως τις 30 Αυγούστου 1949
 
                                                        * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
 
26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011
Ευαγόρας Παλληκαρίδης
1938 – 1957

Μάρτυρας του αγώνα των ελληνοκυπρίων για την αποτίναξη του αγγλικού
ζυγού και την Ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα.
Γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1938 στο χωριό Τσάδα, της επαρχίας Πάφου.
Μπήκε νωρίς στον αγώνα, από τα μαθητικά του χρόνια κιόλας. Το 1953, σε
ηλικία 15 ετών, κατεβάζει και τεμαχίζει την αγγλική σημαία στο Κολέγιο της
Πάφου, κατά την ημέρα στέψης της Βασίλισσας Ελισάβετ στο Λονδίνο.
Δύο χρόνια αργότερα, συλλαμβάνεται ως μέλος της νεολαίας της ΕΟΚΑ, επειδή
συμμετείχε σε παράνομη πορεία.
Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 συλλαμβάνεται εκ νέου και κατηγορείται για κατοχή και
διακίνηση παράνομου οπλισμού. Η δίκη του ορίζεται για τον Μάρτιο του 1957.
Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αφήνει περιθώρια στους δικηγόρους του
για να τον υπερασπιστούν. Παραδέχεται την ενοχή του, με αξιοθαύμαστο τρόπο:
«Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο».
Την επομένη της καταδίκης του Παλληκαρίδη σε θάνατο, ο κόσμος ξεσηκώνεται για
να σώσει τον νεαρό μαθητή. Οι εκκλήσεις για την απονομή χάριτος από την Ελλάδα,
την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες απορρίπτονται από τον άγγλο κυβερνήτη
Τζον Χάρντινγκ και την αγγλική διπλωματία.
Ο Βαγορής, όπως ήταν το χαϊδευτικό του, δεν πτοείται. Στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει:
«Θ' ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να 'ναι το τελευταίο μου γράμμα.
Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το καθετί. Μια φορά κανείς πεθαίνει.
Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα, τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν
μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη
μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»
Τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957 οδηγείται στην αγχόνη. Τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο.
Δύο λεπτά αργότερα (14 Μαρτίου) η καταπακτή ανοίγει και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης περνά
στην αιωνιότητα.
                                      * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * 




  
 

 Μέτρο πολιτικής επιστράτευσης (24/2/1943)
Με την είσοδο του 1943, οι Έλληνες, εκτός από την πείνα και την καταπίεση,
αντιμετώπιζαν και τον κίνδυνο της πολιτικής επιστράτευσης, παρά τις διαψεύσεις
από τις γερμανικές αρχές κατοχής. Το μέτρο δεν αφορούσε τους έλληνες εβραίους,
οι οποίοι σταδιακά άρχισαν να στέλνονται στην Πολωνία «για να εργασθούν».
Στις 23 Φεβρουαρίου δημοσιεύεται τελικά στην εφημερίδα «Γερμανικά Νέα» η
διαταγή του στρατηγού Σπάιντελ για την πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων.
Οι κατοχικές δυνάμει σκόπευαν να στείλουν κόσμο στη Γερμανία και ανά τη Μεσόγειο
για να δουλέψει σε καταναγκαστικά έργα. Το ίδιο βράδυ ο κατοχικός πρωθυπουργός
Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (από τους πρωτοπόρους της γυναικολογίας - μαιευτικής
στην Ελλάδα) και ο υπουργός Εργασίας Νικόλαος Καλύβας (παλιός συνδικαλιστής και σοσιαλιστής, που εκτελέστηκε στις αρχές του 1944 από την ΟΠΛΑ), έσπευσαν να
δημοσιεύσουν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σχετικό διάταγμα με τίτλο
«Περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδος».
Η αντίδραση των δοκιμαζόμενων Ελλήνων υπήρξε ακαριαία. Την επόμενη μέρα
(24 Φεβρουαρίου) χιλιάδες άνθρωποι ξεχύνονται στους δρόμους της Αθήνας για να βροντοφωνάξουν «Κάτω η επιστράτευση» και να ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο.
Μία ομάδα διασπά τον αστυνομικό κλοιό και καταστρέφει το γραφείο του κατοχικού πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου στη Βουλή. Μία άλλη, αφού υπερφαλαγγίζει
τους ιταλούς καραμπινιέρους, πυρπολεί το Υπουργείο Εργασίας (Μπουμπουλίνας
και Τοσίτσα γωνία), όπου είχε γίνει ο προπαρασκευαστικός σχεδιασμός για την επιστράτευση.
Κατά τις συγκρούσεις, τρεις διαδηλωτές σκοτώνονται και τριάντα τραυματίζονται σοβαρά.
Τις επόμενες μέρες το αυθόρμητο δίνει τη θέση του στο οργανωμένο. Τηλεφωνητές,
δημόσιοι υπάλληλοι και μαθητές κατεβαίνουν στους δρόμους. Η αντίδραση κατά της επιστράτευσης φουντώνει. Η κηδεία του εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά στις
28 Φεβρουαρίου μετατρέπεται σε αντικατοχική διαδήλωση.
 

Στις 5 Μαρτίου συγκροτείται μεγάλη διαδήλωση κατά της πολιτικής επιστράτευσης.
Από την παράνομη εφημερίδα «Το Ελληνικόν Αίμα» (φ. 15/3/1943) διαβάζουμε:
«…Την πρωΐαν της ημέρας εκείνης (5/3/1947) εσημειώθησαν μεγάλαι συγκεντρώσεις
εις τα κεντρικώτερα σημεία της πόλεως. Αι συγκεντρώσεις μετετρέποντο εις διαδηλώσεις,
αίτινες διά της συνεχούς ενώσεως των διαφόρων ομάδων απετέλουν έναν αφαντάστως
ορμητικόν χείμαρρον, έτοιμον ­εν κυριολεξία να παρασύρη κάθε ίχνος των βαρβάρων…
Μία των μεγαλυτέρων διαδηλώσεων διήλθε προ του Δημαρχειακού Μεγάρου, όπου ο
παριστάνων τον δήμαρχον κύναιδος ετόλμησε να εξέλθη εις τον εξώστην διά
να... καθησυχάση τα πλήθη. Από τα στόματα των χιλιάδων διαδηλωτών ­ διατηρούντων
όλον το αθηναϊκόν χιούμορ των ηκούσθη η σύστασις: ­Μέσα αδελφή! Και η Αγγέλα
έσπευσεν να εισέλθη...». Σημειώνεται ότι διορισμένος Δήμαρχος εκείνη την
περίοδο ήταν ο συνδικαλιστής βιοτέχνης Άγγελος Γεωργάτος.
Προ της ογκούμενης λαϊκής αντίδρασης, οι κατακτητές αναγκάζονται να ακυρώσουν
την πολιτική επιστράτευση στις 10 Μαρτίου 1943. Πρόκειται για μεγαλειώδη στιγμή
της Εθνικής Αντίστασης, ένα ανεπανάληπτο γεγονός σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.
Η ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης ήταν και η τελευταία πολιτική πράξη της
δεύτερης κατοχικής κυβέρνησης. Ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος αντικαταστάθηκε
ως ανεπαρκής από τους Γερμανούς με τον Ιωάννη Ράλλη τον Απρίλιο του 1943.

 

 
 
 
   "ΣΤΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ"
 
                   * * *
ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
                  ΣΕ
  ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

              * * *
 
ΤΟ ΕΥΗΝΟΧΩΡΙ   ΣΤΟ
ΜΕΓΑΡΟ   ΜΟΥΣΙΚΗΣ
             *  *  *  *
 
  ΜΝΗΜΕΣ ΑΗ ΓΙΑΝΝΙΟΥ
 
 
 
 

           ********
       ΤΙ ΠΑΙΖΕΙ Η
  ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΤΩΡΑ
        
 
*****